panpanou 335 Report post Posted December 12, 2010 (αντιγράφω από το πολύ καλό blog του Θεσσαλονικιού δάσκαλου Θωμά http://logomnimon.wordpress.com) Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει εκτεταμένα αποσπάσματα από το βιβλίο του Δημήτρη Καλδίρη "Το δράμα των Καλαβρύτων", το οποίο αναφέρεται στη σφαγή των Καλαβρύτων, τη μαζική εξολόθρευση δηλαδή από τους Γερμανούς του ανδρικού πληθυσμού της πόλης των Καλαβρύτων και γειτονικών χωριών στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 (ακριβείς εκτιμήσεις για τον το συνολικό αριθμό των θυμάτων δεν υπάρχουν. Οι νεκροί υπολογίζονται από 650 έως 1.300). Η σφαγή αυτή έγινε με αφορμή την εκτέλεση 77 Γερμανών αιχμαλώτων, από αντάρτες του ΕΑΜ. Όσο για τον τίτλο της ανάρτησης και ιδιαίτερα για τη λέξη Μνημόνιο, θα πρέπει να σημειώσουμε πως Μνημόνιο σύμφωνα με το λεξικό Τεγόπουλου - Φυτράκη, σημαίνει υπόμνημα, και υπόμνημα, πάντα σύμφωνα με το ίδιο λεξικό, είναι το "σημείωμα με το οποίο υπενθυμίζεται κάτι". Αυτή λοιπόν την έννοια έχει ο τίτλος Μνημόνιο: την έννοια της υπενθύμισης. Και βέβαια κάθε συσχετισμός με γεγονότα της επικαιρότητας, μόνο τυχαίος δεν είναι... Ο Γιώργης Γιωργαντάς διηγείται τις αναμνήσεις του από τη σφαγή των Καλαβρύτων: Τότε έδωσε το σύνθημα του θανάτου ο Πυράρχης στα πολυβόλα, που άρχισαν να μας γαζώνουν. Τον πρώτο που είδα να πέφτει από τις πρώτες ριπές, ήταν ο Αθανασιάδης, που θέλησε να διαμαρτυρηθεί. Εγώ με τις πρώτες ριπές έπεσα αμέσως κάτω και άλλοι έπεσαν πάνω μου, γι’ αυτό και δεν έπαθα τίποτα από τους πολυβολισμούς. (…) Κάποτε τα πολυβόλα σταμάτησαν και νομίσαμε ότι θα γλυτώναμε. Για κακή μας τύχη όμως άφησαν τα πολυβόλα οι στρατιώτες και πλησίασαν στο σωρό των πτωμάτων. Τραβούσαν ένα – ένα από το πόδι ή το χέρι και, αν ανάσαινε, του ‘διναν τη χαριστική. Ο Πανταζής που ήταν δίπλα μου με ρώτησε τι είναι αυτοί. Του εξήγησα, ότι πρόκειται για χαριστική βολή. Τότε απελπίσθηκε. Όταν μας πλησίασαν οι Γερμανοί στρατιώτες, αποχαιρετισθήκαμε για πάντα. Είπα στον Πανταζή να κρατήσει την ψυχραιμία του, μήπως και τους ξεγελάσουμε, κάνοντας το σκοτωμένο. Δυστυχώς, όταν τον έσυρε ένας Γερμαναράς, δεν μπόρεσε να κρατήσει το φριχτό του πόνο και βόγγηξε. Δεν άκουσα πάλι τη φωνή του. Μόνο μια ντουφεκιά, που τον αποτέλειωσε. Ο φαρμακοποιός Πανταζής ήταν πλέον νεκρός. Εγώ, όπως ήμουν κάτω από δυο πτώματα, έπεφτε το αίμα τους όλο στα μούτρα μου, και με τα χέρια μου άλειφα το πρόσωπό μου με αίμα, γιατί σκέφθηκα, πως μόνο, αν τους ξεγελάσω, κάνοντας τον πεθαμένο, μπορούσα να γλυτώσω. (…) Ο πρώτος, που μ’ έσυρε, πράγματι ξεγελάστηκε. Νόμισε πως ήμουνα σκοτωμένος και με φιλοδώρησε με μια κλωτσιά φεύγοντας. Κοντά από τον πρώτο ήλθε και δεύτερος στρατιώτης. (…) Τελικά δεν μπόρεσα να κρατήσω άλλο την αναπνοή μου και ανάσανα. Τότε με πυροβόλησε με το πιστόλι του στο λαιμό κι έφυγε αμέσως. Το αίμα άρχισε να τρέχει πολύ και να με πνίγει. Έβηξα λίγο και ανέπνευσα. Σε λίγο έχασα τις αισθήσεις μου από τη μεγάλη αιμορραγία. Στην αρχή δεν μπορούσα να κουνήσω τα χέρια μου. Μόνο το μυαλό μου λειτουργούσε. Στην πληγή μου κόλλησε χώμα κι έτσι σταμάτησε η αιμορραγία. Τότε άρχισα να επανέρχομαι στη ζωή και ένιωθα πως μπορούσα να κουνήσω τα χέρια μου και τα πό ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΔΙΡΗΣ “ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ” Εκδόσεις ΣΗΜΑΝΤΡΟ Μαριγώ Φερφελή: Όταν βγήκα από το σχολειό, κράταγα στα χέρια τον Αλέξη μου, που ήταν τότε δέκα χρονώ. Τα τρία άλλα παιδιά μου τα χώρισαν με τους άνδρες. Ο Κίμωνας μάλιστα, που ήταν 13 χρονώ, την ώρα του χωρισμού έκλαιγε και ήθελε να πάει με τους άνδρες. Τον τράβηξα κοντά μου, αλλά μου ξέφυγε και μπήκε στην αίθουσα των ανδρών. (...) Πήδαγα τα πτώματα, πάταγα κι απάνω, χωρίς να θυμάμαι ποιοι ήσαν, κι έφθασα κοντά του. Πλησίασα το παιδί μου και αφού είδα, πως δεν ήταν σοβαρά, το ρώτησα: -Πού είναι, Αργύρη μου, ο Βασίλης μας; -Νάτος, μάνα, μου λέει, και έδειξε δίπλα το αναίσθητο πτώμα του Βασίλη. -Ο Κίμωνας πού είναι; -Να και ο Κίμωνας. Κοντά του και το παιδάκι μου κουβαριασμένο. -Τον άκουσα τον Κίμωνα, μάνα, να φωνάζει στους Γερμανούς, γιατί με σκοτώνετε εμένα. Είμαι μικρός, δεν έκανα τίποτα. Όταν σταμάτησε όμως η φωνή του, σταμάτησε και η ζωή του. Για την εκτέλεση των 77 Γερμανών αιχμαλώτων από το ΕΑΜ πολλά έχουν γραφτεί. Αρκετοί ισχυρίζονται πως η εκτέλεση ήταν μια λανθασμένη ενέργεια γιατί ήταν βέβαιο πως οι Γερμανοί θα προχωρούσαν σε τερατώδη αντίποινα. Συστήθηκε και μία επιτροπή από προκρίτους του Αιγίου που προσπάθησε - χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα - να αλλάξει την απόφαση των ανταρτών. Μέλος της επιτροπής εκείνης ήταν ο πατήρ Κωνστάντιος που υπηρετούσε ως ιεροκήρυκας της Μητρόπολης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας: Πατήρ Κωνστάντιος: Ο σκοπός της αποστολής μου, άγνωστον πώς, ήτο τοις πάσι γνωστός. Διάφοροι δε ανταρτικαί ομάδες καθ' οδόν και συναγωνισταί του ΕΑΜ μας έλεγαν ότι θα ήτο μάταιος κόπος και ότι θα έπρεπε να προσέχωμεν μήπως κρατηθώμεν και ημείς αιχμάλωτοι. Τα ίδια ηκούσαμεν και εν Σκεπαστώ παρά των διαφόρων επισήμων και ανεπισήμων μέχρι της 10 π.μ. της Κυριακής οπότε εγίναμεν δεκτοί υπό του αρχηγού. Η συζήτησις μετά τούτου υπήρξεν οργίλου χαρακτήρος, θυελλώδης και κυρίως μεταξύ εμού και αυτού μόνον, διότι τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής εφοβήθησαν, ο δε του Εργατικού Κέντρου, επήρε μάλλον το μέρος των ανταρτών.(...) Εγώ έφθασα εις το σημείον να του είπω να προσέξουν, διότι θα τους πάρωμεν όλοι "με τις πέτρες", αν επιβληθώσιν αντίποινα, πράγμα όπερ εθεώρησαν προσβολήν και εγένετο επεισόδιον. "Είναι απειλή και πρόσεξε", μου είπεν ένας εξ Αιγίου ιατρός εκ των αρχηγών του ΕΑΜ, που παρίστατο κατά την συζήτησιν. "Δεν υπολογίζω την ζωήν μου, όπως σεις, που κρύπτεσθε υπό ψευδώνυμα και κάνετε τον παλληκαρά εν ασφαλεία εδώ ευρισκόμενοι", του απήντησα, "και αδιαφορείτε διά τους υπολοίπους". (...) Ενώ δηλαδή περίπου τριακόσιοι κάτοικοι των Καλαβρύτων (άνδρες και γυναίκες) με περιεστοίχισαν και ηρώτων περί του αποτελέσματος των ενεργειών της επιτροπής, κάποιος αντάρτης του εκεί τμήματος παρενέβη κι είπεν, ότι δεν θ' απολυθούν κ.λ.π., οπότε κι εγώ αγανακτήσας τους είπα ότι "θα πάρουν τον κόσμο στο λαιμό τους", διότι αυτοί, όταν οι Γερμανοί κάνουν προς τα επάνω θα το σκάσουν, ως πάντοτε, και θα πληρώσουν οι αθώοι, απευθυνόμενος δε προς τους Καλαβρυτινούς τους είπα επί λέξει: "Εάν δεν απολυθούν οι αιχμάλωτοι, όταν μάθετε, ότι έρχονται οι Γερμανοί, να φύγετε, διότι θα σας εκτελέσουν, ή, εάν έλθουν αεροπλάνα, να κρυβήτε διότι θα σας βομβαρδίσουν..." από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΛΔΙΡΗ “ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ” Εκδόσεις ΣΗΜΑΝΤΡΟ Μερικά ακόμη ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το βιβλίο του Δημήτρη Καλδίρη είναι τα παρακάτω: ο αποχωρισμός Κάθε μια οικογένεια, κάθε μια γειτονιά, που έμπαινε στη σιδερένια εξώπορτα του σχολειού, περνούσε στις αίθουσες, χωρισμένη πλέον. Σ' άλλη αίθουσα οι άνδρες από 12 ως χρονώ και σ' άλλη τα γυναικόπαιδα. Εκείνος ο χωρισμός ήτανε πραγματικός σπαραγμός. Οι άνδρες φιλούσανε τα παιδιά τους, έριχναν στ' απεγνωσμένα πρόσωπά τους μια τελευταία ματιά, σφούγγιζαν τα δάκρυά τους και προχωρούσαν. Κείνη η στιγμή ήτανε ανεπανάληπτη, μοναδική. Ήτανε αιώνιος χωρισμός. Χωρίζονταν αιώνια ανδρόγυνα, οικογένειες, αδελφοί, φίλοι, συγγενείς. Το πλιάτσικο Το ρολόι της εκκλησίας χτύπησε 12 το μεσημέρι όταν ξαναγύρισαν οι Διευθυντές των Τραπεζών και ο ταμίας. Όλοι τους ήτανε κίτρινοι και κατσουφιασμένοι. Τους πλησιάζουν οι άλλοι ανάστατοι και ρωτούν να μάθουν τι γίνεται στην πόλη. "Γερμανοί αξιωματικοί, είπανε, αφού μας διέταξαν κι ανοίξαμε τα χρηματοκιβώτια, σούφρωσαν ό,τι υπήρχε μέσα. Λήστεψαν και μας τους ίδιους. Μας έψαξαν και μας πήραν τα ρολόγια, δακτυλίδια, τις βέρες μας και ό,τι άλλο πολύτιμο αντικείμενο είχαμε". Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια οι άλλοι μούδιασαν. Σκέψεις εφιαλτικές περάσανε από το μυαλό τους. Λιλή Μαρλέν Οι Γερμανοί πλησιάζουν κι αρχίζουν τις χαριστικές. Όσοι δεν κορέσθηκαν από το αίμα, δείχνουν όλη τη σαδιστική τους λαιμαργία. Όσους ανάσαιναν, τους σέρνουν και τους πυροβολούν με τα πιστόλια και τα ατομικά τους όπλα. Σε πολλούς σχίζουν τα κεφάλια με τα τσεκούρια. Εκεί φάνηκε όλη η αγριότητά τους και η βρωμιά της ψυχής τους. Όταν χόρτασαν από αίμα, μαζεύονταν απο τη φαλακρή ράχη του Τσιλίρα τ' αλώνια και του Καπή μπροστά στο σωρό των νεκρών. Τα μυδράλια σκύψανε τις μουσούδες τους στο χώμα, ο ουρανός καθάρισε από το θανατερό κρότο τους. Το Καλαβρυτινό κορμί ήταν κατάκοιτο και τρύπιο από τις πληγές. Έμειναν λίγο ακόμα οι Γερμανοί μπροστά στους νεκρούς ανασαίνοντας τη μυρουδιά του αίματος. Μπαίνουν ύστερα όλοι στη γραμμή και, χαρούμενοι για τη "νίκη" τους, προχωρούν πίσω από το νεκροταφείο προς το σταθμό, τραγουδώντας τη "Λιλή Μαρλέν"... Ο δρόμος μέχρι το Νεκροταφείο ήταν κατακόκκινος Με τι κουράγιο ν' αρχίσουν το θάψιμο των νεκρών οι άμοιρες και ανήμπορες γυναίκες; Πώς να τους μεταφέρουν στο Νεκροταφείο; Με τι να σκάψουν να τους χώσουν; Σε τούτη τη δύσκολη ώρα ο Θεός έστειλε κουράγιο και δύναμη σ' όλες. Κάθε μια, αφού αναγνώρισε τον δικό της, τον τραβούσε πιο πέρα και παρακαλούσε, ζητούσε βοήθεια. Οι γέροι που γλύτωσαν έβαζαν πάνω σε μια ξύλινη σκάλα τα πτώματα και τα σώριαζαν στο Νεκροταφείο. Οι γυναίκες που 'χαν ένα νεκρό, τον δίπλωναν σε μια κουβέρτα και τον έσερναν. Η μια βοηθούσε την άλλη στο θάψιμο των ηρώων. Ο δρόμος από τον τόπο της εκτέλεσης μέχρι το Νεκροταφείο ήταν κατακόκκινος από το αίμα. Τι επακολούθησε Τι θα 'τρωγαν τώρα τα γυναικόπαιδα; Με τι θα άλλαζαν τα ματωμένα ρούχα τους; Τι θα 'καναν τους τραυματίες, που δεν είχαν τα μέσα να τους περιποιηθούν; Πού θα 'μεναν τα μικρά παιδιά στην περίοδο του χειμώνα; Το θαύμα, όμως, βρίσκεται πάντα πολύ κοντά στην απελπισία. Από τα γύρω χωριά, μόλις κόπασε η θύελλα, έφθασαν οι εθελοντές της αγάπης και πρόσφεραν τις πρώτες τους βοήθειες. Από την Κέρτεζη, το Σκεπαστό, από τα Βραχνέικα ακόμη έφθασαν χωρικοί με ψωμί, γάλα, σταφίδα, τυρί και ό,τι άλλο βρέθηκε στο σπιτικό τους, για να προλάβουν τα σκελετωμένα ορφανά από τον βέβαιο θάνατο. Η προσφορά μιας κουβέρτας, μιας χωριάτικης βελέντζας, μιας κουρελούς στις χήρες και στα ορφανά, που έτρεμαν φοβισμένα σαν παρασυρμένα από τον αέρα φύλλα, ήταν μια σωτήρια χειρονομία. Οι ίδιοι οι χωρικοί βοηθούσαν τη νύχτα -γιατί φοβόντουσαν τη μέρα, μήπως ξανάρθουν οι βάρβαροι- για την καλή ταφή των νεκρών. Έμπαιναν τα βράδια στην ερειπωμένη πόλη και το πρωί έφευγαν. Τα λίγα σπίτια, που τυλίχθηκαν στους καπνούς και γλύτωσαν τη φωτιά, ήσαν γεμάτα από γυναικόπαιδα. Όσες οικογένεις δεν είχαν "πού την κεφαλήν κλίναι", χώθηκαν στους αχυρώνες, στα κοτέτσια, κάτω από μερικούς τσίγκους, που έστησαν πρόχειρα, και πολεμούσαν με την πείνα, το κρύο, τις ψείρες, τον ψυχρό θάνατο, με τον ίδιο τέλος εαυτό τους. από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΛΔΙΡΗ “ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ” Εκδόσεις ΣΗΜΑΝΤΡΟ Ίσως ο καλύτερος επίλογος για τη σημερινή ανάρτηση είναι το παρακάτω απόσπασμα από ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου που αναφέρεται σε μια επίσκεψή του στα Καλάβρυτα είκοσι χρόνια μετά τη σφαγή: Ίσως θα 'ταν καλύτερα να μην είχα πατήσει ποτέ μου σε κείνο τον τόπο της ομαδικής εκτελέσεως. Κι άλλες φορές έτυχε βέβαια να επισκεφθώ τόπους μαρτυρίου ή ομαδικής ταφής· η γη της πατρίδας μας είναι παραγεμισμένη με κόκαλα παλικαριών. Μα ποτέ μου δεν ταράχτηκα και δεν έκλαψα τόσο, όσο αυτή τη φορά. Αυτό ασφαλώς έγινε, γιατί την ώρα που βρέθηκα εκεί, μια γυναίκα κι ένας άντρας, αδέλφια, άνοιγαν τον τάφο του μικρότερου αδελφού τους, που είχε εκτελεστεί πριν από είκοσι χρόνια. (...) Τότε που πρωτοζύγωσα, το σκάψιμο με την αξίνα είχε προχωρήσει. Εξάλλου δεν τον είχαν θαμμένο καθόλου βαθιά. Μάλλον γυναίκες θα είχαν φροντίσει για την ταφή του. Σε λίγο, ένα ένα, άρχισαν να ξεφυτρώνουν τα κόκαλα. Ήταν κατακίτρινα, με λίγο καστανό χώμα κολλημένο πάνω τους. Η γυναίκα μ' ένα τσεμπέρι στο κεφάλι, σχεδόν γονατιστή, αφού τα ξέπλυνε λίγο με κόκκινο κρασί, τ' αράδιαζε ευλαβικά μέσα σε μια κάσα χαρτονένια, απ' αυτές της αμερικάνικης βοήθειας. Σε όλα αυτά δεν υπήρχε τίποτα το αηδιαστικό ή το τρομαχτικό. Άλλωστε το παιδάκι ήταν δεκάξι χρονώ όταν μαρτύρησε. Και πιστεύω, χωρίς αμφιβολία, πως θα είχε αγιάσει. Στο χώμα δίπλα ήταν μπηγμένο ένα κερί και στο θυμιατό σιγόκαιγε θυμίαμα. Ευωδίαζε όλος ο τόπος. Λέξη δεν έλεγαν, ούτε ακουγόταν κλάμα. Καταλάβαινα όμως πως τα μάτια τους τρέχαν, γι' αυτό έσκυψα το κεφάλι μου προς το χορτάρι και δεν προσπαθούσα, ούτε τολμούσα να τους κοιτάξω. Πολύ ήταν και που με άφηναν κοντά τους μια τέτοια ώρα. Μονάχα όταν βρέθηκε το κρανίο, άκουσα τον αδελφό να λέει βραχνά: η χαριστική βολή. Ήταν μια μικρή τρύπα λίγο πιο πάνω απ' το μέτωπο. Είχα γίνει ένα με το χώμα, έτσι ένιωθα. Τώρα σκέφτομαι πως έπρεπε να προσκυνήσω, αν και είμαι τόσο ανάξιος. Κοίταζα συνεχώς ένα βραχάκι κοντά μου και τις λειχήνες του. Αυτό σίγουρα θα ήταν και τότε εδώ, και το παιδί θα το είδε. Ίσως και να το ζήλεψε. απόσπασμα από το πεζογράφημα του Γιώργου Ιωάννου "13-12-43" από τη συλλογή "ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΟΤΙΜΟ" από τα "ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ" Β' ΛΥΚΕΙΟΥ ΟΕΔΒ 1983 Quote ... δει γαρ με συνεχώς αποπλανώμενον, τελειώσαι τον δρόμον ... Share this post Link to post Share on other sites
AndreasT 0 Report post Posted December 13, 2010 Τεράστια επέτειος.. Quote Andreas Triantafyllou Share this post Link to post Share on other sites
maestros1 43 Report post Posted December 13, 2010 Αυτη η χώρα παράγει ήρωες. Τιμή στους μάρτυρες των Καλαβρύτων. Η θυσία τους να αποτελέσει πυξίδα στους πονηρούς καιρούς που ζούμε Quote Share this post Link to post Share on other sites
maestros1 43 Report post Posted December 13, 2010 Παραθέτω και το υπόλοιπο κείμενο του Γιώργου Ιωάννου γιατί πιστεύω ότι απαντά με τον πιο εύστοχο τρόπο σε εκ των υστέρων εικασίες για το αν έπρεπε να εκτλεστούν οι Γερμανοί αιχμάλωτοι προκειμένου να αποφευχθούν τα αντίποινα: "Όμως ένα μπουλούκι εντόπιοι τουρίστες φάνηκε να μπαίνει μέσα στον ιερό περίβολο. Στάθηκαν γύρω απ' το ελεεινό για μια τέτοια θυσία κενοτάφιο. Φαίνονταν απ' τους μορφωμένους και δεν μπορώ να πω πως η στάση τους δεν ήταν σεμνή. Κατέθεσαν μάλιστα ένα καλοκαμωμένο δάφνινο στεφάνι και κατόπι κράτησαν ένα λεπτό σιγή. Κάποιος τους άρχισε να διαβάζει από ένα χαρτί το ιστορικό της εκτελέσεως των 1200 ανθρώπων. Ήταν τόσο ψυχρή η περιγραφή, ώστε αμέσως υπέθεσα πως σίγουρα θα τα είχε ξεσηκώσει απ' την τελευταία εγκυκλοπαίδεια. Ύστερα σκόρπισαν μιλώντας δυνατά ή χαχανίζοντας. Πολλοί ήρθαν τριγύρω μας. Και φυσικά αμέσως άρχισαν τις ερωτήσεις, ιδίως οι γυναίκες. Το παλικάρι με την αξίνα απαντούσε, πιέζοντας ολοφάνερα τον εαυτό του. Φαινόταν καθαρά πως θεωρούσαν σχεδόν ευτυχία τους και σπουδαίο συμπλήρωμα στις συγκινήσεις της εκδρομής την ανακομιδή, που πέτυχαν πάνω στην ώρα. Ο αδελφός μάλιστα ζαλίστηκε τόσο για μια στιγμή, ώστε έκανε το λάθος να τους δείξει ακόμα και το κρανίο με τη χαριστική βολή. Αυτό όμως θα ήταν πέρα απ' τα όρια της αντοχής τους, γιατί αμέσως πρόσεξα μια κίνηση για απομάκρυνση. Κάποιος τους θύμισε πως η ώρα περνάει. Εκείνη τη στιγμή η σκυμμένη γυναίκα τούς γύρεψε, αν έχουν, καμιά εφημερίδα για να σκεπάσει τα κόκαλα. Πολλοί προθυμοποιήθηκαν' από εφημερίδες άλλο τίποτα, και τι εφημερίδες... Πήραν να κατηφορίζουν. Μετά από λίγα βήματα άναψε ζωηρή συζήτηση ανάμεσά τους σα να μην ήμασταν κι εμείς λίγο πιο πάνω. Ένας ακούστηκε να φωνάζει με θυμό: Καλά τους έκαναν' αφού οι άλλοι σκότωσαν στρατιώτες του κατακτητή. Κανένας δεν αντιμίλησε. Ήταν και κάποιος με στολή μαζί τους. Μου 'ρθε να πέσω απάνω σε κείνη την άτιμη φωνή και να τη στραγγαλίσω άγρια, προτού προφτάσει να προχωρήσει. Αλλά την άκουσαν βέβαια συγχρόνως και τα δυο αδέλφια κι έσκυψαν πιο πολύ κατά το χώμα, σα να 'φαγαν καμτσικιά, αλλά και σα μαθημένοι από κάτι τέτοια. Κατόπι ο άντρας άφησε την αξίνα δεν υπήρχαν άλλωστε άλλα κόκαλα. Η αδελφή του έσβησε το κερί και πήρε το θυμιατό. Τα κόκαλα έμειναν ασκέπαστα. Η βρωμερή εφημερίδα κυλιόταν πάνω στα χόρτα. Έμεινα ξοπίσω και με πήρε το παράπονο. Δεν ήμουν γνωστός τους ή συγγενής τους για να με πάρουν μαζί τους, όπως θα ήθελα. Εγώ τα 'χω καταφέρει να χωρώ και να ταιριάζω μονάχα με κάτι τέτοιους σαν αυτούς του πούλμαν. Γι' αυτό ξεκίνησα για το πιο λαϊκό καφενείο, και στο δρόμο συνέχεια έλεγα: Θεέ μου, μη μ' αφήνεις ούτε καλημέρα να 'χω πια με τέτοια, δήθεν εξευγενισμένα, υποκείμενα." απόσπασμα από το πεζογράφημα του Γιώργου Ιωάννου "13-12-43" από τη συλλογή "ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΟΤΙΜΟ" Quote Share this post Link to post Share on other sites
over-poulover 7,010 Report post Posted December 12, 2011 68 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από εκείνο το πρωινό της "Άραχλης Δευτέρας" όπου η πόλη είχε καλυφθεί από πυκνή ομίχλη. Και η αυλαία του Καλαβρυτινού δράματος άνοιξε... Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 1943 Αίμα και Θρήνος στα Καλάβρυτα Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, 13 Δεκεμβρίου 1943 Οι Γερμανοί μπήκαν στα Καλάβρυτα στις 9 Δεκεμβρίου. Δημιούργησαν έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη, προκειμένου να μην μπορεί κανείς να ξεφύγει. Την έντονη ανησυχία των κατοίκων κατάφερε, παραπλανώντας τους, να κατευνάσει ο Γερμανός Διοικητής Ebersberger, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται κανείς να πάθει τίποτε και ότι ο στόχος τους ήταν η εξόντωση των ανταρτών. Προχώρησαν αρχικά στην πυρπόληση σπιτιών που ανήκαν σε αντάρτες και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της Μάχης της Κερπινής. Στις 12 Δεκεμβρίου οι Γερμανοί άρχισαν να ετοιμάζονται για να αποχωρήσουν την επομένη. Το πρωί τις 13ης Δεκεμβρίου, ημέρα Δευτέρα, πριν καλά καλά ξημερώσει, χτύπησαν τις καμπάνες της κεντρικής εκκλησίας και Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες διέταξαν να συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι στο Δημοτικό Σχολείο, αφού πάρουν μαζί τους μια κουβέρτα και τρόφιμα μιας ημέρας. Στο κτίριο του σχολείου έγινε ο χωρισμός και ο αποχωρισμός. Τα γυναικόπαιδα κλείστηκαν στο σχολείο και οι άνδρες από 14 χρονών και πάνω οδηγήθηκαν σε φάλαγγες στην κοντινή Ράχη του Καππή (σήμερα Τόπος Θυσίας). Ο χώρος ήταν προσεκτικά επιλεγμένος. Η αμφιθεατρική του διαμόρφωση δεν θα επέτρεπε σε κανένα να γλιτώσει. Οι Καλαβρυτινοί ήταν αναγκασμένοι να βλέπουν τις περιουσίες τους, τα σπίτια και ολόκληρη την πόλη, να καίγονται και μαζί τους να παραδίδονται στη φωτιά οι γυναίκες και τα ανήλικα παιδιά τους που ήταν έγκλειστα στο κτίριο του Σχολείου, το οποίο φρουρούσαν πάνοπλοι στρατιώτες. Ο Γερμανός Διοικητής, για να καθησυχάσει και να παραπλανήσει τους συγκεντρωμένους, έδωσε το λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι δεν πρόκειται να τους σκοτώσουν. Ολόκληρη η πόλη παραδόθηκε στις φλόγες. Την ίδια στιγμή ο Οδοντωτός κατηφόριζε κατάφορτος με τις σοδιές από το πλιάτσικο των Γερμανών στα σπίτια, στα μαγαζιά και στις αποθήκες, από όπου άρπαξαν ό,τι πολύτιμο υπήρχε. Μαζί και τα χρήματα και τα αποθέματα των Τραπεζών και των Δημοσιών Υπηρεσιών, αφού προηγουμένως ανάγκασαν τους Διευθυντές να τα παραδώσουν. Από το ξενοδοχείο «Μέγας Αλέξανδρος», με μια πράσινη και ύστερα μια κόκκινη φωτοβολίδα, δόθηκε το σύνθημα της εκτέλεσης. Τα πολυβόλα θέρισαν τους Καλαβρυτινούς. Ακολούθησε η χαριστική βολή που ολοκλήρωσε το έγκλημα. Από τα 13 άτομα που διασώθηκαν ο τελευταίος επιζών, Αργύρης Σερλελής, πέθανε στις 27/02/2005 . Στο δημοτικό σχολείο, τα γυναικόπαιδα έζησαν στιγμές αγωνίας και τρόμου, καθώς οι φλόγες έζωναν το κτίριο του σχολείου. Σπάζοντας πόρτες και παράθυρα κατάφεραν τελικά να ξεφύγουν τρέχοντας μακριά από τα σπίτια που φλέγονταν και άρχισαν να αναζητούν τους δικούς τους, ανηφορίζοντας προς το μέρος που είχαν οδηγήσει τους άνδρες και βρέθηκαν μπροστά στο πιο φρικιαστικό και απάνθρωπο θέαμα. Άνδρες, πατεράδες, γιοι και αδελφοί κείτονταν νεκροί πλημμυρισμένοι στο αίμα. Το μεγάλο Δράμα των Καλαβρύτων είχε ξεκινήσει. Τα νιάτα, οι δημιουργικές δυνάμεις της πόλης, περιουσίες και κόποι χρόνων αφανίστηκαν στις 2:34΄ της 13ης Δεκεμβρίου 1943, όπως δείχνουν οι δείκτες του σταματημένου ρολογιού της εκκλησίας. Στο απόρρητο ραδιογράφημα της 117 Jager Division (Αρ.1595/43), καταγράφεται ο τελικός απολογισμός της Επιχείρησης Καλάβρυτα: (1) Κατεστράφησαν ολοκληρωτικά τα χωριά: Ρογοί, Κερπινή, Στάση Κερπινής, Άνω Ζαχλωρού, Κάτω Ζαχλωρού, Σούβαρδο, Βραχνί, Καλάβρυτα, Μοναστήρια Μεγάλου Σπηλαίου και Αγίας Λαύρας, Αγία Κυριακή, Αυλές, Βυσωκά, Φτέρη, Πλατανιώτισσα, Πυργάκι, Βάλτσα, Μελίσσια, Μοναστήρι Ομπλού, Λαπαναγοί, Μάζι, Μαζέικα, Παγκράτι, Μορόχωβα, Δερβένι, Βάλτος, Πλανητέρου, Καλύβια. (2) 696 Έλληνες εκτελέστηκαν...”. Η συνέχεια του δράματος βρήκε τις γυναίκες να προσπαθούν με ότι είχε απομείνει, ακόμα και με τα χέρια, να σκάψουν πρόχειρους τάφους στην παγωμένη γη του Δεκέμβρη για να θάψουν τους νεκρούς τους. Με τις κουβέρτες που τους είχαν κοντά τους μετέφεραν τους σκοτωμένους στο νεκροταφείο και άλλους έθαψαν εκεί στο λόφο, σε μια τραγική σκηνή που κράτησε μέρες. Ακολούθησε η προσπάθεια της επιβίωσης μέσα στα χαλάσματα, που έμελλε για χρόνια να στεγάσουν τις απορφανισμένες οικογένειες. Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων «συγκίνησε και συνένωσε τους Έλληνες και δυνάμωσε τον αγώνα τους κατά του κατακτητή», ομολογεί ο τότε Γενικός Στρατιωτικός Διοικητής των Γερμανών στην Ελλάδα. Οι Καλαβρυτινές Γυναίκες, οι Καλαβρυτινές Μανάδες, μορφές ηρωικές, παλεύοντας κάτω από δύσκολες συνθήκες, κατάφεραν να αναθρέψουν τα παιδιά τους και να ξαναχτίσουν την πόλη μέσα από τα ερείπια. Στον Τόπο της Εκτέλεσης, ο Λευκός Σταυρός και η Καλαβρυτινή Μάνα, αιώνια σύμβολα του μαρτυρίου, εξακολουθούν να στέλνουν μηνύματα ειρήνης και συναδέλφωσης των λαών του κόσμου. πηγή:www.kalavrita.gr ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΘΡΗΝΟΣ ΣΤΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ Ντοκιμαντέρ με θέμα την τραγωδία που εκτυλίχθηκε τον Δεκέμβριο του 1943 στο τρίγωνο Καλάβρυτα, Κερπινή, Ρογοί, με κορύφωση τη μαζική εκτέλεση Καλαβρυτινών από τις ναζιστικές δυνάμεις στη μαρτυρική κωμόπολη στις 13/12/1943. Ο ιστορικός ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΚΑΤΟΣ δίνει το ιστορικό πλαίσιο και καταγράφει λεπτομερώς τα γεγονότα που προηγήθηκαν της μεγάλης σφαγής στα Καλάβρυτα. Αφορμή για τις αγριότητες στις οποίες προέβησαν οι γερμανικές δυνάμεις υπήρξε η συντριπτική ήττα επίλεκτου γερμανικού τάγματος από τις αντάρτικες δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην Κερπινή τον Οκτώβριο του 1943. Ως αντίποινα, γερμανικά στρατεύματα σκόρπισαν τον όλεθρο στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων προχωρώντας σε ομαδική εκτέλεση κατοίκων στην κοινότητα Ρόγων. Ακολούθησε λίγες μέρες αργότερα η μαζική εκτέλεση του ανδρικού πληθυσμού στα Καλάβρυτα και η ολοσχερής καταστροφή της πόλης. Διασωθέντες από το ολοκαύτωμα των Ρόγων και την καταστροφή των Καλαβρύτων μεταφέρουν τη φρίκη του μεγαλύτερου μαζικού εγκλήματος κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα. Σπάνια πλάνα αρχείου συμπληρώνουν την αφήγηση των γεγονότων. Δείτε το video εδώ πηγή:Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ Αντιγράφω παρακάτω ένα εξίσου ενδιαφέρον αφιέρωμα με μαρτυρίες, της εφημερίδας "Παρασκευή + 13 ", που κυκλοφόρησε στις 9.12.2011. Ο τίτλος του, "Η Σφαγή των Καλαβρύτων" . Το μεγαλύτερο έγκλημα πολέμου στην Ελλάδα Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 στα Καλάβρυτα έγινε μια από τις μεγαλύτερες σφαγές αμάχων στην κατεχόμενη από τους ναζί Ευρώπη. Περίπου χίλιοι άνδρες εκτελέστηκαν σε αντίποινα για τη δράση αντάρτικων τμημάτων και την εκτέλεση Γερμανών στρατιωτών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Από τους άνδρες που οδηγήθηκαν στον τόπο της θυσίας, λίγο έξω από την πόλη, επέζησαν μόνο 12 που προσποιήθηκαν τους νεκρούς μέσα στο σωρό των κορμιών που θέριζαν τα πολυβόλα και έτσι απέφυγαν τη χαριστική βολή. Τα γυναικόπαιδα που είχαν κλειδώσει οι ναζί στο σχολείο, όταν κατάφεραν να βγουν, βρέθηκαν μπροστά σε μια εικόνα φρίκης. Όλοι οι άνδρες της κωμόπολης, ακόμη και παιδιά άνω των 14 ετών, που είχαν οδηγηθεί στο χωράφι του Καππή, όπου έγινε η εκτέλεση, εκτός των 12 κείτονταν νεκροί μέσα σε λίμνες αίματος. Ένας από αυτούς που σώθηκαν, ο Τάκης Σπηλιώπουλος, περιέγραψε την εκτέλεση στο βιβλίο του Κ. Καλαντζή «Οι σφαγές των Καλαβρύτων» (Εκδόσεις Αετός, Αθήνα 1945): «Τότε ακούσαμε φωνές. Νομίσαμε πως σκότωσαν τα παιδιά και τις γυναίκες. Δεν μπορούμε με λόγια να σας πούμε τι αισθανθήκαμε κείνη τη στιγμή. Μας είναι αυτό αδύνατο. Στις 12 ακούσαμε το μεγάλο ρολόι να μετράει τις ώρες. Συμβολική στιγμή. Ζήσαμε όμως καμπόσο. Ίσως μισή ώρα. Ίσως… Δεν μπορούμε αυτά να τα καθορίσουμε. Πάντως έπειτα από λίγο φάνηκαν μερικές φωτοβολίδες. Οι διανοούμενοι άρχισαν να μιλάνε. Καθένας έλεγε και από δυο ζουμερά λόγια. Και μετά ο καθηγητής Αθανασιάδης βγήκε λίγο πιο μπροστά κι άρχισε να βρίζει γαλλικά τον Τένερ (σ.σ.: ο πυράρχης που γνώριζε ελληνικά) και τους Γερμανούς. Ο Τένερ τότε κάτι, τραύλισε και κούνησε το χέρι του. Λάλησαν αμέσως τα πολυβόλα. Άλλοι σκοτώθηκαν με τις πρώτες ριπές κι άλλοι έπεσαν απλήγωτοι. Τότε ήρθαν πιο κοντά μας οι Γερμανοί κι άρχισαν στον καθένα να δίνουν τη χαριστική βολή. Ακούγαμε κλάματα παιδιών και χτύπους. Δεν βλέπαμε τίποτα. Παραστέναμε το νεκρό. Είχαμε πάρει αίμα από τους διπλανούς κι είχαμε γιομίσει τα μούτρα μας και τα κεφάλια μας. Έναν- έναν τον τράβαγαν για να δούνε αν πραγματικά ήταν πεθαμένος. Εμένα, λέει ο Γεωργαντάς, με τράβηξαν τρεις φορές. Φαίνεται πως κάποια φορά κουνήθηκα. Γιατί την τρίτη, μου έδωσαν τη χαριστική βολή που μου τρύπησε πέρα για πέρα το λαιμό…». «Πόσα πτώματα! Τι αίμα!» Την ημέρα της σφαγής η Φραντζέσκα Νίκα ήταν μαθήτρια στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων. Τη μαρτυρία της έχει καταγράψει στο βιβλίο «Καλάβρυτα 1943 - Μαρτυρία» (Εκδόσεις Σοκόλη 1996): «…Όταν ανέβηκα απάνω (ενν. τη λάκα του Κάπη), Θεέ μου τι είναι αυτό που αντικρίζω! Πόσα πτώματα! Τι αίμα! Κλείνω τα μάτια μου για να μην βλέπω. Δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν, θα κοιμάμαι, θα βλέπω όνειρο. Τσιμπάω τα χέρια μου να ξυπνήσω. Ξανανοίγω τα μάτια μου, πάλι τα ίδια, πάλι τα ίδια, πάλι πτώματα. Μα να, ο Αθανασιάδης, ο καθηγητής των Γαλλικών, είναι λίγο απομακρυσμένος από τους άλλους με τα χέρια τεντωμένα, σαν να μουτζώνει. Ο Γυμνασιάρχης μας ο Αντώνης ο Οικονόμου, ο Παπαδημητρίου, ο Κουμάντος, ο Δημόπουλος, δίπλα το παιδί του,ο Θωμάς, όλοι οι καθηγητές μας. Ο Χρηστάκης, ο Παπανδρέου, ο Παπα-Καλός, ο Δωρόθεος ο καθηγητής των Θρησκευτικών, που όταν έμπαινε στην τάξη έλεγε με την ένρινη φωνή του: “Ο Θε-ός εδημιουργούσε τον κόσμο”. Τι θα μας έλεγε τώρα; Είχαμε και μεις τις ανησυχίες μας τότε, όπως όλοι τις έχετε. Τα ’χασα. Με συνεφέρνει η φωνή της θειας-Ξάκως της Κατσινιάς: “Βοήθα με, παιδάκι μου, να κατεβάσουμε το Σωτηράκη μου κάτω”. Μα δεν μπορώ πια, πρέπει να ψάξω να βρω το θείο μου, ύστερα θα σε βοηθήσω. Στο υπόσχομαι. «Τι να πρωτοθυμηθώ;» Τι να πρωτοθυμηθώ, δεν θέλω να πω τίποτα άλλο. Το πώς σκάψαμε, το πώς θάψαμε, πως κάναμε όλα αυτά τα πράγματα! Μόνο δυο λόγια το πώς συναντήθηκα με τις συμμαθήτριές μου το ίδιο βράδυ εδώ, σ’ αυτό το νεκροταφείο. Η Μαρία η “Παπά” δεν ήταν εδώ. Μαρία Δημοπούλου νομίζω λεγότανε, του παπα-Καλού που λέγαμε, και δεν ήταν στα Καλάβρυτα. Όταν ήρθε μετά από τρεις μέρες, έκλαιγε και θύμωσα μαζί της. Τον πατέρα της τον είχαμε θάψει, και τον είχαμε θάψει από τους πρώτους. Θάψαμε πρώτους τους παπάδες, σαν χρέος τιμής, δεν ξέρω, έτσι το νιώθαμε. Έτσι ήταν, οι γυναίκες όλες να θάψουνε πρώτους τους παπάδες, μετά να αρχίσουν να θάβουνε τους άλλους. Τουλάχιστον, εγώ έτσι το θυμάμαι. Είδα την Αθηνούλα τη Σταυροπούλου. Αυτή ήταν ξένη. Όταν λέμε ξένη, ο πατέρας της ήταν πταισματοδίκης εδώ, και σκοτώσανε τον πατέρα της και τον αδελφό της. Την είδα στο υπόστεγο (ενν. τη θέση του σημερινού Λυκείου), εδώ ακριβώς σ’ αυτό το μέρος, που κρατούσαμε, χάμω στο πάτωμα. Της μίλησα: -“Είδα τον μπαμπά σου απάνω (εννοεί τη λάκα του Καππή) με τον αδελφό σου” της λέω, -“ναι, ανεβήκαμε και εμείς και τους είδαμε”, μου απαντά, -“τους κατεβάσατε κάτω;” ρωτάω εγώ, -“Όχι, εμείς δεν έχουμε τάφο. Η μάνα μου δεν ξέρει τι να κάνουμε”. Τι έλεγε λοιπόν η Αθηνούλα, τι τάχα σκεφτότανε; Ότι επειδή δεν είχαν τάφο, δικό τους στα Καλάβρυτα που να γράφει το όνομα το πατρικό, θα τους άφηναν άταφους; Δεν ξέρω πώς το σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή. «Εμείς δεν έχουμε και τάφο»… Κοιτάζω τη μάνα της κουλουριασμένη σε μια κουβέρτα με τη μικρότερη αδελφή της. «Έχει σταματήσει το μυαλό μας» Μας στέλνουν να βρούμε ξύλα για ν’ ανάψουμε φωτιά, να ζεσταθούμε. Προχωρούμε και προσπαθούμε να βρούμε κάτι να πούμε. Είχε πια ξημερώσει. Κουβεντιάζουμε για τα περασμένα, για το σχολείο. Μα δε βαριέσαι, δεν καταφέρναμε τίποτε. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Μιλούμε για τα παιδιά που χάθηκαν, αραδιάζουμε τα ονόματά τους, είχαμε αρχίσει από τη Δευτέρα γυμνασίου. Ο Βούλης ο Χάμψας, ο Αλεξόπουλος ο Ντίνος, ο Νικολάκης ο Κελαηδίτης, ο Ντίνος ο Δημόπουλος και άλλοι μεγαλύτεροι. Ο Σωτηράκης ο Κατσίνης, ο Μίμης ο Χάμψας, ο αδελφός του Βούλη, τα δύο αδέλφια του Κελαηδίτη, ο Λεωνίδας και ο Δημητράκης, ο Βασίλης ο Δούβος, ο Αντρέας ο Καταγιάννης, ο Αντρέας ο Πόλκας, ο Γιώργος ο Μαραφέλιας από τη Βυσώκα. Έχει σταματήσει το μυαλό μας. Το γυρίζουμε στο αντίστροφο, γιατί δεν βρίσκουμε άκρη. Μιλάμε γι’ αυτά που σώθηκαν, γι’ αυτά που ανέβηκαν στο βουνό. Ο Γιαννάκης, ο Οικονόμου, μας είχε βγάλει κάτι φωτογραφίες, όταν τελειώσαμε το Γυμνάσιο. Σπάζαμε στον τοίχο τα καλαμάρια. Τι γέλια, τι ξεγνοιασιά, Θεέ μου! Παρ’ όλη την πείνα μας και την ανασφάλεια που νιώθαμε όλοι. Κανένας δεν μπορούσε να μας πει τι θα κάναμε τώρα…» «Σκότωσαν όλους τους άνδρες» Η τραγωδία των γυναικών των Καλαβρύτων έχει καταγραφεί σε μια έκδοση του Δημοτικού Μουσείου Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος με τίτλο «Κραυγή - Το γυναικείο βίωμα της ΚαλαβρυτινήςΤραγωδίας (Επιμέλεια Ανδρέα Παπαγεωργίου, Χρίστου Φωτεινόπουλου).Δημοσιεύουμε δύο από αυτές τις μαρτυρίες Μαρτυρία Χρυσούλας Χαρακτηνιώτη-Κυλαδίτη «Όταν εμείς οι γυναίκες ξεφύγαμε απ’ το σχολείο και βρεθήκαμε στ’ αμπέλια, δεν αργήσαμε να μάθουμε το φοβερό μαντάτο: “Σκότωσαν όλους τους άνδρες”. Μαζί τους ο άντρας μου και τα τρία μου αγόρια. Τρέξαμε αμέσως στον τόπο της εκτέλεσης, στο χωράφι του Καππή. Ήταν δύσκολο να τους ανακαλύψω ανάμεσα στα λιανισμένα και ματωμένα πτώματα .Ύστερα βουβάθηκα, όλα γύρω μου σκοτείνιασαν ήταν κι οι τέσσερις μπροστά μου: Ο άντρας μου, ο Λεωνίδας, είκοσι χρόνων, ο Δημήτρης, δεκαοκτώ χρόνων κι ο Νικολάκης μου, δεκαπέντε χρόνων… Το πρόσωπό του το είχαν σκεπάσει αίματα και η κοιλιά του είχε ανοίξει με μια τσεκουριά!Κάποιος δραγάτης απ’ το κοντινό χωριό Μελανίτσα ήταν συνεργάτης των Γερμανών και πρόδωσε ως συνεργάτη των ανταρτών το μικρότερο αυτό “βλαστάρι” μας. Και δεν ήταν ψέματα: Το παιδί είχε στη μικρή του καρδιά τη φλόγα της λευτεριάς και δεν την έκρυβε. Απ’ τον τόπο της εκτέλεσης με πήραν οι αδερφάδες μου. Δεν άντεχα. Την άλλη μέρα πήγαμε να πάρουμε τους σκοτωμένους, για να τους θάψουμε. Τους μεταφέραμε στο νεκροταφείο μαζί με την αδερφή μου με μια κουβέρτα και δυο ξύλα στους ώμους, ενώ -δεν θα το ξεχάσω- όλη τη νύχτα τα σκυλιά στο χώρο της σφαγής τραβούσαν τα πτώματα…» Μαρτυρία Σωτηρίας Παπασταύρου «Έρχονται οι Γερμανοί στο σπίτι και λένε: “Θέλουμε να μείνουμε στο σπίτι σας. Να μας ετοιμάσετε δυο δωμάτια να είναι συνεχόμενα”. Τους απάντησα καταφατικά. Τρέμαμε από το φόβο μας… Ετοίμασα τα κρεβάτια και δεν τους έβαλα καινούργιες κουβέρτες από πάνω. Ήρθε ο άντρας μου και με ρώτησε: “Γιατί δεν έβαλες καινούργιες κουβέρτες;”. “Για να φύγουνε. Να μην τους αρέσει, και να φύγουνε”… Αυτοί όμως δεν ήρθαν τελικά να κοιμηθούνε! Ήταν κόλπο, έλεγαν ψέματα, ότι δήθεν είναι καλοί άνθρωποι και δεν κάνουν κακό, για να μας καθησυχάσουν…Κατέβηκαν κάτω. Είχα μια αποθήκη με κουνέλια και τα πήρανε όλα! Τους μίλαγα ελληνικά και τους έλεγα: “Γιατί τα παίρνετε όλα; Αφήστε να φάμε κι εμείς”… Αυτοί όμως, δεν μας άφησαν τίποτε. Μου έδειξαν το όπλο τους, ότι θα με σκοτώσουν, και μου έκαναν νόημα να φύγω απ’ το μπαλκόνι. Τη Δευτέρα το πρωί μας κάλεσε Δήμαρχος να μας μιλήσει. Πήγε ο γιος μου -ο μικρός, ο δεύτερος- και τον άκουσε: “Να πάρουμε μια κουβέρτα και ψωμί και… κάπου θα πάμε”. Λέει ο άντρας μου: “Φαίνεται κάπου γίνεται μάχη -έτσι συμπέρανε και θέλουνε να μας βάλουνε μπροστά να μας σκοτώσουνε, καθώς θα γίνεται μάχη με τους αντάρτες”. Προχωρήσαμε, φτάσαμε στο σχολείο. Μάζεψαν όλους τους άντρες και τα παιδιά στο προαύλιο. Μαζί και τα τρία παιδιά μου και ο άντρας μου. Μετά μας χώρισαν.Οι δυο μικροί δεν φορούσαν μακρύ παντελόνι και με κοντά παντελόνια ήσαν.Ο δεύτερος ήθελε να φύγει. Κάτι κατάλαβε, φαίνεται, και δεν ήθελε ν’ ανέβει.Αυτοί τον πήραν και τον σπρώξανε: “Εμπρός. Εδώ!” Προχωράμε κι ανεβαίνουμε πάνω στο σχολείο. Εκεί ακούω ότι καίγονται τα Καλάβρυτα: “Θες να δεις το σπίτι σου;” Φαινότανε! “Όχι. Δε θέλω να το δω!” είπα. Λυπάμαι που δεν μίλησα με τον άντρα μου. Δεν ήξερα, δεν σκέφτηκα ότι έπρεπε να τον χαιρετίσω… “Όχι, λέω δεν θέλω”… του επιθεωρητή. Εκείνη ήταν ξένη και δεν είχε ποιος να τη βοηθήσει. Έκλαιγε τον Ξενούλη: “Πού να πάω; Τι να κάνω; Ο Ξενούλης μου, πάει. Τον σκοτώσανε”. Έρχεται η μητέρα μου: “Έλα, παιδάκι μου, να βοηθήσουμε να τον φέρουμε κι εκείνον κάτω”. “Μητέρα, δεν μπορώ. Αν θέλεις, σκάψε και σκότωσέ με και μένα, να πεθάνω”. Δεν άντεχα άλλο να κουνηθώ, ούτε να κλάψω. Τίποτα… Ούτε και να σκεφτώ. Τους βρήκαμε όλους σκοτωμένους… Τους ταχτοποιήσαμε. Η ριπή τούς είχε πάρει το κεφάλι, τους είχε πετάξει τα μυαλά έξω… Τους βάλαμε στην κουβέρτα. Κι όπως μπαίναμε και βγαίναμε, η κουβέρτα ήταν γεμάτη αίματα! Και μας μάτωσε ολόκληρους. Ξημέρωσε. Τι να κάνουμε; Να πάμε στους σκοτωμένους; Αφήνω το μικρό μου το γιο. Του λέω: “Κάτσε εσύ εδώ, στη μητέρα μου, πάνω στο περιβόλι, κι εμείς θα ’ρθουμε”. Δεν τον άφησα να έρθει μαζί μου. Σκέφτηκα: “Γιατί να ζήσει και να θυμάται αυτό το δράμα; Καλύτερα να μην το δει”. Καθίσαμε εκεί για να τους θάψουμε. Πώς να τους θάψουμε; Θυμάμαι πως, προτού φτάσω στον Άγιο Γεώργιο, δεν μπορούσα να κουνηθώ καθόλου. Σκέφτομαι: “Τώρα έφυγε το μυαλό μου, τρελάθηκα φαίνεται!». Κάθομαι κάτω και προσεύχομαι στον Άγιο Γιώργη να μου δώσει το μυαλό μου, για να μπορέσω να φτάσω εκεί! Να δω πού είναι. Δεν ήξερα πού πήγαινα… Έφτασα πίσω από τον Άγιο Γιώργη. Εκεί είδα μια γυναίκα, τη Χαμακιώτισσα. “Πού πας, κυρά Παπασταύρενα;” “Πάω να ιδώ πού είναι οι σκοτωμένοι. Και δεν μπορώ να τους βρω.” “Αμ, εκεί πάω κι εγώ. Να πάρω κρασί, να τους πλύνω.” Πήγαμε μαζί. Από κείνη την ώρα, μόλις έφτασα εκεί, το μυαλό μου δούλευε ρολόι.Συνήλθα για τα καλά. Άρχισα να κουβαλάω κι εγώ. Να βοηθάω να τους κουβαλήσουμε.Τους ταχτοποιήσαμε έναν-έναν, τους κατεβάζαμε και τους αφήναμε… «Οι ναζί επέλεξαν το μέρος για να μη διαφύγει κανείς» Ένας από τους διασωθέντες ήταν και ο Πάνος Νικολαΐδης ο οποίος περιέγραψε τις τραγικές ώρες που έζησε στο βιβλίο του «Ένας διασωθείς αφηγείται…», Εκδ. Δημοτ. Μουσείου Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος. «Πλησίαζα προς τους τελευταίους και δεν απείχα παρά 2-3 βήματα από την άκρη της μικρής χαράδρας. Ξαφνικά ακούγεται ένας πυροβολισμός από την κατεύθυνση του σχολείου. Είδα τους Γερμανούς που βρίσκονταν πάνω στη ράχη να στρέφονται προς τα κει.Γύρισα κι εγώ να δω. Δυο χαρακτηριστικά πράγματα παρατήρησα: Μακριά, πάνω από την ταράτσα του σπιτιού που βρίσκεται το ξενοδοχείο “Μέγας Αλέξανδρος” του Αλέκου Αναστασοβίτη, ρίχτηκε μια πράσινη φωτοβολίδα, που διέσχισε το μαύρο από τους καπνούς των σπιτιών που καίγονταν ουρανό. Κοντά, ο Τέννερ, με τη ρίκα στο χέρι, πήδησε πίσω από το μυδράλιο, ενώ το δολοφονικό απόσπασμα και τα γύρω τμήματα ασφαλείας καταλάμβαναν ακαριαία, σαν ρομπότ, θέσεις επίθεσης. Δεν πέρασαν παρά δευτερόλεπτα -ίσως και λιγότερο, ο χρόνος δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια από ανθρώπους που βίωσαν τα γεγονότα- και φάνηκε από το ίδιο σημείο, έπειτα από το χαρακτηριστικό ήχο του ειδικού πιστολιού, μια δεύτερη φωτοβολίδα, κόκκινη αυτή τη φορά. Αυτή ήταν το σύνθημα του θανάτου. Το έδωσε ο Γενικός Αρχηγός μηχανοκίνητων και πεζοπόρων τμημάτων της επιχείρησης κατά των Καλαβρύτων συνταγματάρχης Λάιγκερ. «Το πλήθος έγινε άμορφος σωρός» Ο Τέννερ, με τη δεύτερη αυτή φωτοβολίδα, σήκωσε το χέρι και χωρίς καθυστέρηση έδωσε το σύνθημα “Πυρ”. Αμέσως, 8-10 αυτόματα όπλα άρχισαν να κροταλίζουν στέλνοντας τις βολές τους σταυρωτά. Το πλήθος, μολονότι ήταν έτοιμοι να πεθάνουν, αιφνιδιάστηκαν. Αυτόματα λειτούργησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Όσοι κάθονταν -γέροντες, άρρωστοι, αποκαμωμένοι ψυχικά από τα γεγονότα τριών χρόνων, και ειδικότερα της τελευταίας εβδομάδας, με αποκορύφωμα τα σημερινά- σηκώθηκαν προσπαθώντας να σωθούν με τη φυγή. Εκείνοι πάλι που στέκονταν όρθιοι ή βάδιζαν νευρικά, αποφασισμένοι να θέσουν σ’ εφαρμογή το απελπισμένο σχέδιο που προαναφέρθηκε, καθώς δέχονταν το ζεστό σίδερο και το καυτό μολύβι των βλημάτων στο σώμα τους είτε προκειμένου να το αποφύγουν, έπεφταν χάμω. Έτσι, όλο αυτό το πλήθος των χιλίων και παραπάνω ανδρών έγινε ένας άμορφος σωρός.Στάθηκα όρθιος μπροστά στο φρικτό αυτό θέαμα, ένα δευτερόλεπτο -περισσότερο; λιγότερο; «Φτου σας, γουρούνια, κανίβαλοι» Ο χρόνος δεν μπορεί να υπολογιστεί τέτοιες στιγμές. Με συνεπήραν οράματα, με σταμάτησαν φωνές με απίθανες ψυχικές εξάρσεις ανθρώπων, που λες δεν πέθαναν αλλά συμμετείχαν σε εθνικές πατριωτικές εκδηλώσεις έπειτα από μια λαμπρή νίκη της φυλής. Μέσα από τον άμορφο σωρό πετάγεται σαν ημίθεος μπροστά ο καθηγητής Αθανασιάδης και με αλλοιωμένη την όψη από αγανάκτηση, πατώντας στο αριστερό του πόδι και γέρνοντας προς τα μπροστά, με ανοιχτά τα χέρια φωνάζει: Φτου σας και πάλι φτου σας, γουρούνια, βάρβαροι, κανίβαλοι, άτιμοι άνθρωποι. Πού είναι ο λόγος σου Τέννερ; Πού είναι ο λόγος της στρατιωτικής τιμής Γερμανών αξιωματικών; Ου να μου χαθ… Εδώ κόπηκε η φωνή αυτού του λαμπρού, πολιτισμένου, αγνού και πολυμαθούς Έλληνα Κωνσταντινουπολίτη εκπαιδευτικού. Μια ριπή έριξε κάτω το γερό πνευματικό δέντρο, το δέντρο που για πολλά χρόνια γαλούχησε τα Καλαβρυτινόπουλα, όπως και μένα. Κι άλλα τέτοια δέντρα πέφτουν γύρω του, όπως ο γυμνασιάρχης Αντώνιος Οικονόμου και ο καθηγητής Αντώνιος Δημόπουλος, γνήσιοι Καλαβρυτινοί. Δυο ακόμη ευσυνείδητοι και φωτισμένοι κληρικοί, καθηγητές του Γυμνασίου, πέφτουν εκεί. Είναι οι αρχιμανδρίτες Παρθένιος Λουκόπουλος και Δωρόθεος Παπαδημητρίου και μαζί όλοι οι υπόλοιποι καθηγητές, δάσκαλοι και υπάλληλοι της πόλης την εποχή εκείνη. Βλέπω ακόμη το λαμπρό δικηγόρο και έξοχο ρήτορα Πάνο Γεωργαντά να φωνάζει σαν να αγόρευε ενώπιον ακροατηρίου στο δικαστήριο. Ένα ουρανόμηκες παρατεταμένο “Ζήτω η Ελλάς” ακούστηκε από τους Καλαβρυτινούς που ήταν ακόμη ζωντανοί. Οι ναζί εξοργίζονται μέχρι μανίας από αυτή την υπέροχη έξαρση και ο Τέννερ κινεί τα χέρια και φωνάζει νευρικά να επιταχυνθεί ο ρυθμός της βολής των μυδραλίων. Κι όσο αυτά κροταλίζουν, τόσο αυξάνονται τα πτώματα και οι ζητωκραυγές λιγοστεύουν. Ακούγεται βροντερή η φωνή του γιατρού Χάμψα, βροντερή σαν επωδός αρχαίου δράματος, που πέφτει αγκαλιασμένος με τα δυο του αγόρια, σαν το δέντρο με τα κλωνάρια του τη στιγμή που δέχεται την τελευταία τσεκουριά από τον ξυλοκόπο. «Ζήτω η Ελλάδα μας» Πεθαίνουμε, πατριώτες μου, γενναία κι υπερήφανα. Ζήτω η Ελλάδα μας. Τα τελευταία “Ζήτω” των Καλαβρυτινών ανακατεύονται μ’ ένα υπόκωφο ατέλειωτο “ω, ω, ω” κι άλλες φωνές, μουγκρητά, επικλήσεις προσφιλών προσώπων, κατάρες κατά των βαρβάρων εκτελεστών, “Θεέ μου”… Στο μεταξύ, συνεπαρμένος από το ψυχικό μεγαλείο των συμπατριωτών μου, δέχτηκα μια ριπή τριών βλημάτων που σφηνώθηκαν στο δεξί μου πόδι μεταξύ μηρού και λεκάνης. Ενστικτωδώς έπεσα στη διπλανή μικρή χαράδρα και με το τραυματισμένο πόδι προς τη γη ξάπλωσα κάτω και κόλλησα στο δεξί μέρος της κοίτης της. Σκεπάστηκα μ’ αγκάθια κι άλλα ξερά χόρτα. Ενώ με είχε καταλάβει αδιαφορία για το θάνατο, μια απόλυτη αναισθησία, σαν σε κινηματογραφική ταινία πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου αγώνες του έθνους πάνω από 3.000 χρόνια. Τα μυδράλια συνέχιζαν το φονικό τους έργο. Τα βογκητά και τα μουγκρητά ανακατεύονταν με το σαρδόνιο γέλιο των Ναζί. Σε λίγο σταματούν. Τίποτε άλλο προς στιγμήν. Ξαφνικά ακούγεται ο θόρυβος της γερμανικής μπότας, που έσπευδε από τρεις κατευθύνσεις, βαριά, γρήγορη, για να δώσει τη χαριστική φωνή, ώστε να μην απομείνει κανένας μάρτυρας της θηριωδίας τους. Αρκετοί, τραυματισμένοι και μη, είχαν διαφύγει τον κίνδυνο των αυτόματων όπλων. Αλλά να, τώρα οι ναζί μέσα στον άμορφο σωρό ζωντανών και νεκρών εκτελούν το τελικό έργο του προαποφασισμένου και άριστα οργανωμένου εγκλήματός τους. Τραβούν από τα χέρια, από τα πόδια, από τα μαλλιά, απ’ όπου μπορούν, έναν-έναν τους κατοίκους και τους πετούν πάλι πιο πέρα σ’ άμορφο σωρό. Δίνουν τη χαριστική βολή αποτελειώνοντας τους τραυματισμένους και εκτελώντας εκείνους που είχαν διαφύγει τις ριπές των μυδραλίων. Εκτελούν το μακάβριο έργο τους με μεγάλη ευσυνειδησία επαγγελματιών δολοφόνων, χρησιμοποιώντας κάθε είδους φονικά μέσα και χωρίς κάποιο ενδοιασμό ή ταραχή. Με το πιστόλι, το αυτόματο, το ντουφέκι, τη λόγχη, το τσεκούρι αλλά και με χειροβομβίδες βρέθηκαν δύο τραυματίες με τα θραύσματά τους- αποτελειώνουν τα θύματά τους. «Είμαστε παιδιά, μη μας σκοτώνετε» Κολλημένος στο χαντάκι παρακολουθώ όσα διαδραματίζονται. Έξαφνα φτάνουν στ’ αυτιά μου σπαρακτικές φωνές. Είναι οι φωνές δυο μικρών παιδιών, του Ντίνου Δημόπουλου -που είχε διαφύγει από τις ριπές και τώρα, βλέποντας το θάνατο να πλησιάζει, πετάγεται και τρέχει έντρομος σαν αλαφιασμένος για να γλιτώσει- και του αδερφικού του φίλου Κωνσταντίνου Αλεξόπουλου. Ο πρώτος, ενώ τρέχει, λαχανιασμένος ξεφωνίζει: Γιατί μας σκοτώνετε; Τι σας εκάμαμε; Εμείς είμαστε μικρά παιδιά, μαθητές. Θέλουμε να ζήσουμε, μη μας σκοτώνετε. Μαζί του τρέχει κι ο φίλος του, σαν σβούρα… Κι οι πέτρες κι αυτές θα ράγιζαν, ακόμη κι αυτός ο Χάροντας μπροστά στα λόγια των μικρών μαθητών… Μόνον οι Γερμανοί εκτελεστές έμειναν ασυγκίνητοι. Μόνον αυτοί δε σκέφτηκαν ότι κι οι ίδιοι είχαν παιδιά κι αδέρφια και ότι δεν είχαν το δικαίωμα να στερήσουν τη ζωή από μικρά παιδιά… Ειρωνικά γέλια, κάποια κυνηγημένα βήματα, δυο πυροβολισμοί και τα άγουρα νιάτα ξεψύχησαν… Δεν πρόλαβα να συνέλθω από την οργή και τη συγκίνηση, κι ακούω τρεχάματα μέσα στη χαράδρα που ’μουν πεσμένος προτού καλά - καλά σκεφτώ, δέχομαι πάνω μου ένα βάρος: Ήταν κάποιος ζωντανός, άθικτος μέχρι εκείνη τη στιγμή, που τρέχοντας να γλιτώσει δέχτηκε μια ριπή που του διέλυσε το κεφάλι. Με το βάρος του σώματός του, που έπεσε πάνω μου με ορμή, το τραυματισμένο μου πόδι, που είχε μουδιάσει από την απώλεια του αίματος, άρχισε πάλι να αιμορραγεί.Ένιωθα το αίμα να βγαίνει πηχτό κρουνηδόν… Νόμισα πως έφτασε η τελευταία μου στιγμή. Και παρά την εξάντλησή μου συνέχισα με απάθεια να φιλοσοφώ: Για να δω, υπάρχει, όπως λένε, η μεταθανάτια ζωή; Κι αν υπάρχει, υπάρχει άραγε κάποιο διακριτικό και χαρακτηριστικό σημείο μετάβασης από τη μια ζωή στην άλλη; Η ώρα περνούσε οι στιγμές αυτές -μέσα σε βογκητά, συρσίματα πτωμάτων, φωνές, χάχανα, πυροβολισμούς, και κυρίως το βαρύ κρότο της γερμανικής μπότας και τις άγριες ομιλίες τους – δεν μπορούν να μετρηθούν… «Τραγουδούσαν οι δολοφόνοι» Κάποια στιγμή ακούγονται κάποιες περίεργες φωνές και σχεδόν αμέσως ένα τραγούδι, σκληρό, βάρβαρο. Οι φωνές ακούστηκαν πρώτα από εκείνους που βρίσκονταν κοντά μας και στη συνέχεια από τη “Γαϊδουροράχη” και τ’ αλώνια του Τσιλήρα. Οι πυροβολισμοί έχουν σταματήσει. Το τραγούδι κι ο χαρακτηριστικός γδούπος της μπότας των εκτελεστών, που στην αρχή ακούγονται έντονα, σιγά - σιγά χαμηλώνουν στο τέλος σταματούν και φτάνουν στ’ αφτιά μου σαν αντήχηση, σα μακρινός θόρυβος.Τα ’χασα.... Τώρα που ο κίνδυνος φάνηκε ν’ απομακρύνθηκε, απέμεινα ν’ ακούω στεναγμούς και βογκητά, σαν να σφαδάζει η γη στα έγκατά της μ’ έπιασε φόβος. Καθώς ηρέμησα κάπως, μου ’ρθε τρέλα. Δεν μπορούσα ακόμη να συνειδητοποιήσω το κακό που ’χε γίνει και το μέγεθος της συμφοράς που βρήκε την αγαπημένη μου πόλη με τους κατοίκους της. Σαν σκιές στριφογυρίζουν στο μυαλό μου οι μορφές των συμπατριωτών μου, των φίλων, των συγγενών, των γυναικών και των παιδιών μας, που όλοι μας τα τρία τελευταία χρόνια δεθήκαμε στενά από την κοινή αγωνία για το μέλλον της Ελλάδας και το δικό μας και από τον κοινό φόβο των Ιταλών και των Γερμανών. Αν και είχα σωθεί, δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήμουν ζωντανός, ότι απέμεινα μόνος, βρυκόλακας ανάμεσα σε τόσους προσφιλείς νεκρούς. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι για τέταρτη φορά είχα διαφύγει το θάνατο. Μολονότι δεν ήταν πολλή ώρα που έπαψε ν’ ακούγεται ο θόρυβος των Γερμανών, προσπάθησα να ρίξω από πάνω μου το βάρος του άλλου σώματος και τα χόρτα με τα οποία είχα σκεπαστεί. Δύσκολο πράγμα. Είχα χάσει πολύ αίμα και τα νεύρα μου είχαν κλονιστεί. Τελικά το κατορθώνω και με έκπληξη αισθάνομαι ένα άλλο “φάντασμα” να προσπαθεί να με βοηθήσει. Ήταν ο Παναγής Σαρανταυγάς - ο οποίος σκοτώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, στον αδελφοκτόνο Εμφύλιο, στις 11/4/1948. Μένουμε κι οι δυο άφωνοι μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα. Μου ’χαν απομείνει δυο τσιγάρα. Αμίλητος του δίνω το ένα και παίρνω τη φωτιά του. Καπνίζοντας, χωρίς καμιά σκέψη, με τα μάτια απλανή, μένουμε βουβοί... Δεν τολμάμε να πιστέψουμε ότι ζούμε. Ξαφνικά ο σύντροφός μου, χωρίς να μου πει κουβέντα, απομακρύνεται βιαστικά, τρομαγμένος ποιος ξέρει τι του πέρασε από το μυαλό… Μένω μόνος στη χαράδρα. Δοκιμάζω να σηκωθώ. Αδύνατο. Ρίχνω το βλέμμα μου στην πόλη. Οι φλόγες και οι καπνοί εξακολουθούν. Κοιτάζω προς τη δύση: Ο ήλιος θα ’ταν μια τριχιά, όπως λένε στα χωριά, πάνω από τον ορίζοντα, μια ώρα περίπου ακόμα ημέρα. «Όλοι μέσα στο αίμα» Κοιτάζω γύρω μου: όλοι μέσα στη χαράδρα και στην αριστερή της όχθη νεκροί. Όλοι βουτηγμένοι στο αίμα. Τα μάτια τους απλανή, γυάλινα, γεμάτα αγανάκτηση λες και καταριούνται τους εκτελεστές τους… Από τους 1.280 περίπου Καλαβρυτινούς άνω των 12 ετών, τους Καλαβρυτινούς τσοπάνηδες -που σπάνια πατούσαν το πόδι τους στην πόλη, αλλά εκείνες τις ημέρες μπήκαν στα Καλάβρυτα απ’ την κοινή, φαίνεται μοίρα οδηγημένοι-, τους ξενοχωρίτες που αποκλείστηκαν, τους Ευβοείς που εργάζονταν στα λιγνιτωρυχεία, τους μαυραγορίτες, όσους είχαν καταφύγει γι’ ασφάλεια στην πόλη και μερικούς άλλους που ήταν της τύχης τους να βρεθούν στα Καλάβρυτα στο διάστημα από 8 έως 13/12/1943, δεν διέφυγαν το θάνατο παρά μόνο λίγοι γέροντες, που φαίνεται πως οι Γερμανοί είχαν αποφασίσει να καούν ζωντανοί με τα γυναικόπαιδα στο Δημοτικό Σχολείο. Από τον όλεθρο στο λόφο του Καππή γλίτωσαν, χωρίς τραύματα ή τραυματισμένοι, μόνο 14 άνδρες και στις 14/12/1943 βρίσκονταν στη ζωή 13: Αλεξόπουλος Γεώργιος παντοπώλης, Γεωργαντάς Γεώργιος παντοπώλης, Κωστόπουλος Σταύρος οινοπώλης, Καρακάσης Κίτσος γεωργοκτηματίας, Κώνστας Ιωάννης εργάτης λιγνιτωρυχείου, Μπελογιάννης Κων/νος ιδιοκτήτης καφέ-ουζερί, Νικολαΐδης Πάνος μόνιμος αξιωματικός, Μποτώνης Βασίλειος εργάτης, Σπηλιόπουλος Τάκης παντοπώλης-κηροπλάστης, Σαμαρτζόπουλος Τάκης γεωργός-βοσκός, Σαρανταυγάς Παναγιώτης γεωργός-βοσκός, Σαμοθρακίτης Γεώργιος έφηβος, Φερλελής Αργύρης έφηβος, γεωργός-βοσκός. Ο 14ος, Αδαμόπουλος Χαράλαμπος ή Ασημούλιας, απεβίωσε την ίδια μέρα από την απώλεια του αίματος. Έζησαν λοιπόν την 13η/12ου/1943 ως μάρτυρες της ναζιστικής θηριωδίας 13 άνδρες… Ενώ καθόμουν ολομόναχος –γιατί από τη θέση που βρισκόμουν δεν είδα τους άλλους επιζήσαντες, οι οποίοι απομακρύνθηκαν αμέσως από το φόβο ξαφνικής επιστροφής των Γερμανών- ξαγνάντησαν οι πρώτες γυναίκες, οι οποίες έρχονταν αλαφιασμένες. Ήταν η Στέφαινα, η Κατίνα Ρηγοπούλου, η Βάσω Φερλελή ή Βασωνιά, η Γεωργακοπούλου ή Γυφτο-χρήσταινα, η κόρη της Γιαννούλα Ρακοπούλου, η δεσποινίς Διαμαντούλα Πάσχου και άλλες. «Θεέ μου, τι θέαμα ήταν εκείνο» Στο μεταξύ είχα πλύνει το τραύμα μου με λίγο κρασί, που βρήκα σε μια μποτίλια στο καλάθι με τα τρόφιμα της ημέρας και το είχα επιδέσει με μια πετσέτα φαγητού. Οι γυναίκες με βοήθησαν και ανέβηκα στον όχθο. Ω, Θεέ μου, τι θέαμα ήταν εκείνο! Και τώρα με πιάνει φρίκη, όταν το θυμάμαι… Στο μεταξύ συνεχώς καταφτάνουν και άλλες γυναίκες. Να, ο παπα-Καλός με σκισμένο από τσεκουριά το κεφάλι. Να, όλοι οι προσφιλείς. Ένας αγνώριστος σωρός βουτηγμένος στο αίμα κι οι γυναίκες ολοφύρονται, τραβούν τα μαλλιά τους και αναζητούν τους αγαπημένους τους νεκρούς. Σέρνουν τα πτώματα κι αναγνωρίζουν τους δικούς τους από τα ρούχα τους. Οι περισσότεροι είχαν ξεψυχήσει, άλλοι ξεψυχούσαν εκείνες τις στιγμές.Κάποιοι χαροπάλευαν (…). Ακόμη ακούω την κουμπάρα μου Σούσα Μπράτσικα, του Διευθυντή της Τράπεζας Αθηνών, να φωνάζει γελώντας υστερικά: Πάνο! Ε, Πάνο! Έλα να δεις. Τους σκότωσαν όλους…». πηγή:Παρασκευή + 13 Το ιστορικό Δημοτικό Σχολείο Καλαβρύτων στο οποίο οι κάτοικοι της πόλης των Καλαβρύτων γνώρισαν και υπέστησαν τη βαναυσότητα της ναζιστικής θηριωδίας, πλέον είναι το «σπίτι των ηρώων μας». Το κτίριο του Δημοτικού Σχολείου ανεγέρθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα «δαπάνη» του μεγάλου Έλληνα ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού. Λειτούργησε το έτος 1906 και κατά την περίοδο της Κατοχής διέκοψε τη λειτουργία του. Χρησιμοποιήθηκε ως σχολείο μόνο από το Σεπτέμβριο μέχρι το Δεκέμβριο του 1943. Αυτή ήταν η μικρότερη σχολική χρονιά στη μακρόχρονη συμβολή του στην εκπαίδευση. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 κάηκε ολοσχερώς από την πυρκαγιά που προκάλεσαν οι Γερμανοί κατακτητές. Μετά την απελευθέρωση ανακατασκευάστηκε σύμφωνα με το αρχικό του σχέδιο. Επαναλειτούργησε το έτος 1950. Το 1986 κηρύχθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού και αποφασίστηκε να στεγάσει το Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος. Στις 13 Ιανουαρίου 1992 μεταστεγάστηκε σε νεόδμητο Σχολικό Συγκρότημα. πηγή: Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών "Ελληνικά Ολοκαυτώματα" Ωραίο το χιονοδρομικό και οι δραστηριότητές μας σε αυτό αλλά και η ιστορία αυτού του τόπου είναι εξίσου όμορφη. Αξίζει να την ανακαλύψει ο καθένας με μια επίσκεψη στο Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος και να ξεφυλλίσει «το σπίτι των ηρώων μας». 2 Quote moments ...Have a nice day before a bastard comes and fucks it up... Λίζα...θα'ρθείς...θα κάνουμε μπανάνα...?! Share this post Link to post Share on other sites
ALCATRAZ 6,828 Report post Posted December 13, 2012 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1943 Ημέρα μνήμης σήμερα για την πόλη των Καλαβρύτων, καθώς και για όλη την επαρχία Καλαβρύτων. Το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να κάνουμε, μια μέρα σαν και αυτή, για να τιμήσουμε τα αθώα θύματα της Ναζιστικής θηριωδίας, είναι να μην ξεχάσουμε ποτέ αυτά τα γεγονότα, καθώς και αρκετά ακόμα που συνέβησαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής. Αξίζει να διαβάσετε και το σχετικό άρθρο που έχει ανεβάσει στο forum μας ο Πάνος, αλλά και να κλικάρετε την ιστοσελίδα του ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ. Πιο πολύ όμως, αξίζει να επισκεφθείτε από κοντά το ίδιο το μουσείο. Αιωνία τους η Μνήμη. ΑΣ ΕΥΧΗΘΟΥΜΕ, ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ. Το ρολόι στο καμπαναριό, σταματημένο στην ώρα του εγκλήματος. φωτογραφία από το kalavrytanews.gr και αρκετές ακόμα εδώ. Υ.Γ. : ...τι κρίμα να ξεχνάνε τις παραπάνω θηριωδίες οι απόγονοι των θυμάτων, στο Δήμο των Καλαβρύτων. Απορώ πως αντέχουν να περνάνε έξω από το Μουσείο ή να αντικρίζουν τον μαρτυρικό λόφο του Καπή... 5 Quote «EIMAI ΓIA TA ΣIΔEPA» Share this post Link to post Share on other sites
over-poulover 7,010 Report post Posted December 13, 2013 Η φωτό της Ημέρας: 70 Χρόνια Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα - Ημέρα Μνήμης και τιμής kalavrytanews.com 2 Quote moments ...Have a nice day before a bastard comes and fucks it up... Λίζα...θα'ρθείς...θα κάνουμε μπανάνα...?! Share this post Link to post Share on other sites
over-poulover 7,010 Report post Posted December 13, 2013 Τα Ντοκουμέντα του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος - 7 Δεκεμβρίου 1943 7.12.1943 Επιχείρηση «Καλάβρυτα» [από Έκθεση Πεπραγμένων της 117 Jager Division από 1ης Δεκεμβρίου έως 15 Δεκεμβρίου ] Άφιξη της μάχιμης μονάδας Ebersberger στη Μαμουσιά. Ο Σταθμός Διοικήσεως του Τάγματος 1 χλμ. ανατολικά του Ρούσκιου (όρους). Το Τάγμα προετοιμάζεται για επίθεση στη Βιλιβίνα. Η Α.Α. 116 μάχιμη μονάδα Αναγνωρίσεων Gnass διεξάγει αναγνώριση ως τα Καλύβια, στην καμπύλη του ποταμού Αροάνιου, 7 χλμ. Ν των Μαζέικων. Η οδός Παγκρατίου – Μαζέικων αποκαταστάθηκε εκ νέου για τα μηχανοκίνητα τμήματα. Δύο λόχοι του 1/737 Jager Retsiment επέστρεψαν από την Επιχείρηση «Μολάοι», χωρίς συμβάντα. Το 11/737 Jager Retsiment ολοκλήρωσε την Επιχείρηση «Ανδρίτσα» χωρίς να λάβει επαφή με τον εχθρό. Κατά την επιχείρηση στην περιοχή της Αττικής συμπλοκή ενός λόχου με περίπου 30 συμμορίτες. Περισυνελέγησαν ως λάφυρα μερικά όπλα και πολεμοφόδια. Δύο άνδρες και μία γυναίκα εκτελέστηκαν ενώ διέφευγαν. Το στράτευμα επέστρεψε στις βάσεις. Μετασταθμεύσεις Ο 1/117 Ουλαμός Αναγνωρίσεως μεταφέρθηκε στο Αίγιο για τη διασφάλιση των οδών. Υπηρεσιακή οδηγία για το 670 Έμπεδο Εφεδρικό Τάγμα προς τις μονάδες. [από Έκθεση Πεπραγμένων της 117 Jager Division από 1ης Δεκεμβρίου έως 15 Δεκεμβρίου ] 7.12.1943 Μαζέικα [Μαγνητοφονιμένη συνέντευξη στον ιστορικό ερευνητή Δημήτρη Κανελλόπουλο των Θωικό Κίτσο, Αντώνη Παυλόπουλο και από τα Γερμανικά αρχεία] περισσότερες λεπτομέρειες στις δημοσιεύσεις του ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ-NEWS- μνηνονικό πρωτόκολλο 185 - Ελληνικά ντοκουμέντα, ΕΑΜική πλευρά - Γερμανικά Αρχεία - Αναζητώντας τους Γερμανούς αιχμαλώτους της μάχης Ρογών Κερπινής (16-17.10.43) από την ΑΑ/116 Μάχιμη μονάδα αναγνωρίσεως της Βέρμαχτ] Κάτοικοι των Μαζείκων με επικεφαλής τον πρόεδρο της κοινότητας Γεώργιο Καρκούλια υποδέχονται στην είσοδο της κωμόπολης τον προελαύνοντα προς Μαζέικα Γερμανικό στρατό της ΑΑ/116 Μάχιμης Μονάδας αναγνωρίσεως Gnass. Οι Γερμανοί διασκορπίζουν τις πιατέλες με τα προσφερόμενα γλυκίσματα και φωνάζουν την λέξη "Μάζι - Μάζι"(την περιοχή) και ζητούν από τον πρόεδρο Καρκούλια τρεις οδηγούς για να οδηγήσουν τις ομάδες τους προς το συνοικισμό Μάζι όπου έχουν πληροφορίες οτι έχουν μεταφερθεί οι Γερμανοί αιχμάλωτοι. Στα περισσότερα μπαλκόνια έχουν αναρτηθεί λευκά σεντόνια. 7.12.1943 Μαγείρου Γερμανογκρέμι Οι 81 Γερμανοί αιχμάλωτοι της μάχης Ρογών - Κερρπινής με την παρουσία των Άγγλων συνδέσμων της SOE 133 Άντονυ Άντριους και Μακ Μαλεν εκτελούνται από την εκτελεστική ομάδα του 9ου Συντάγματος ΕΛΑΣ Αρκαδίας (Χρήστος Στασινόπουλος). Από την εκτέλεση διασώζονται πέντε αιχμάλωτοι εκ των οποίων οι τρεις εκτελούνται στον Ξυρόγκαμπο από Δημητρη Βουρτάνη και Έλατο και οι υπόλοιποι δύο Ντόνερ και Βαλτέρ διασώζωνται και εννόνονται με την ΑΑ116 μάχιμη μονάδα αναγνωρίσεως Gnass. 7.12.1943 υψώματα Ρογών - Κερπινής [μαγνητοφωνημένη συνέντευξη καπεταν Χελμού στον ιστορικό ερευνητή Δημητρη Κανελλόπουλο, Καμένα Βούρλα Ιανουάριος 1994] Ομάδα από 50 γυναίκες και άνδρες από τους Ρογούς και την Κερπινή με επικεφαλής τον πρόεδρο των Ρογών Θεοφανόπουλο μεταβαίνουν στα υψώματα άμυνας του Ανεξαρτήτου Τάγματος Καλαβρύτων και απαιτούν από τον καπεταν Χελμό (Κωτσάκης Γκίκας) να εγκαταλείψει ο ΕΛΑΣ τον χώρο αμύνης. Ο καπεταν Χελμός με δυσφορία υπακούει και μέσω Κερπινής - Ακράτας διοχετεύει την ομάδα τους προς τη Νεμέα 7.12.1943 [ΕΚΘΕΣΗ Νο 2 ΜΑΧΙΜΗΣ ΟΜΑΔΑΣ GNASS Α.Α. 116 Μάχιμη Μονάδα Αναγνωρίσεων Τμήμα Ic, Αριθ. 609/1943, 15.12.1943] Συνέχιση των οδικών έργων με τέτοιον τρόπο, ώστε στις 1100 η οδός ως τη γέφυρα στην καμπύλη του ποταμού να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και πάλι από όλα τα οχήματα του Τμήματος. Η Ομάδα Προελάσεως Kockert ξεκίνησε στις 0800 για τα Μαζέικα περνώντας από τη Μονή [Αγίου] Αθανασίου, από τα Φίλια και τα Τσορωτά. Η Μονή [Αγίου] Αθανασίου καταστράφηκε από τους Ιταλούς. Το Τμήμα Αναγνωρίσεως ξεκίνησε στις 0930 και κινήθηκε στην οδό προς Μαζέικα. Διαπεραίωση από τη γέφυρα του ποταμού Αροάνιου στις 1440. Η οδός από τη γέφυρα ως τα Μαζέικα είχε επίσης αχρηστευθεί από ανατινάξεις και πολλά οδοφράγματα, τα οποία όμως απομακρύνθηκαν αυτοβούλως από τον τοπικό πληθυσμό, ώστε το τμήμα να φθάσει στις 1645 στα Μαζέικα χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Περίπου στις 1700 η Ομάδα Προελάσεως Kockert έφθασε στα Μαζέικα. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των Μαζέικων βρισκόταν εκεί. Από τις ανακρίσεις μπορεί να εξαχθεί ότι η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων χαιρετίσθηκε ως απελευθέρωση από το ζυγό των συμμοριών. Οι μαρτυρίες ήταν ακριβείς και αποκάλυψαν ότι οι άνδρες των 1/749 και 5/749 Λόχων Κυνηγών συμπεριλαμβανομένου του Λοχαγού Schober βρίσκονταν στα Μαζέικα επί τέσσερις εβδομάδες και, στις 6.12.43, αφού έγινε γνωστό στις συμμορίες ότι προελαύνουν γερμανικά στρατεύματα, μεταφέρθηκαν στο Μάξι. Τον Δεκανέα Fiedler του 5/749 Λόχου Κυνηγών έκρυψε ο δήμαρχος, που ήταν και γιατρός του χωριού, και τον παρέδωσε με την είσοδο του Τμήματος. Παρέδωσε επίσης και μία επιστολή του Λοχαγού Schober. Από τις μαρτυρίες του πληθυσμού μπορεί να εξαχθεί περαιτέρω ότι η οδός Μαζέικων - Καλαβρύτων είναι επίσης αποκλεισμένη και έχει εν μέρει ανατιναχθεί. Ο κοινοτάρχης των Μαζέικων παρακινήθηκε ήδη τη νύκτα της 7 προς 8.12.43 να συγκεντρώσει τον πληθυσμό των Μαζέικων και όλων των χωριών που βρίσκονται κατά μήκος της οδού και να επισκευάσει την οδό. Η νύκτα της 7 προς 8.12.43 παρήλθε χωρίς ιδιαίτερα συμβάντα. [ΕΚΘΕΣΗ Νο 2 ΜΑΧΙΜΗΣ ΟΜΑΔΑΣ GNASS Α.Α. 116 Μάχιμη Μονάδα Αναγνωρίσεων Τμήμα Ic, Αριθ. 609/1943, 15.12.1943] Ο διασωθείς Γερμανός (Αλσατός) από την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων (7.12.43) Ροζέ Βαλτέρ, στην θέση Μύλος Γούλα (Κερπινή) Σεπτέβριος 1990, αφηγείται στον Δημ. Κανελλόπουλο την μάχη Ρωγών - Κερπινής στην οποία συμμετείχε. τα μνήματα των Γερμανών αιχμαλώτων στο Νεκροταφείο της Αγίας Βαρβάρας στην Τρίπολη (23.12.1943) φωτό από τα Γερμανικά αρχεία Επιμέλεια ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ-NEWS σε συνεργασία με το Ιστορικό Αρχείο Κανελλόπουλου (Ι.Α.Κ.) Τα κείμενα και οι φωτογραφίες διέπονται από τη Νομοθεσία περί Πνευματικών Δικαιωμάτων copyright Ιστορικό Αρχείο Δημήτρη Κανελλόπουλου I.A.K. 10.12.1943 Βραχνί - Σούβαρδο Καλαβρύτων Ομάδα της I/749 Jager Regiment εκτελεί αναγνωριστική επιχείρηση στους συνοικισμούς Βραχνί και Σούβαρδο όπου εκτελεί 6 και 3 Καλαβρυτινούς αντίστοιχα. 10.12.1943 Επιχείρηση «Καλάβρυτα» [από Έκθεση Πεπραγμένων της 117 Jager Division από 1ης Δεκεμβρίου έως 15 Δεκεμβρίου ] Άφιξη της μάχιμης μονάδας Wölfinger με την Ορεινή Ομάδα στην Άνω Βλασία και με την Πεδινή Ομάδα από Καλάβρυτα μέσω Τριποτάμων στη Δίβρη στις 15.00. Αμφότερες ομάδες χωρίς να έλθουν σε επαφή με τον εχθρό. Άφιξη της μάχιμης μονάδας Ebersberger στις 17.00 στα Καλάβρυτα. Οι Ρογοί και η Κερπινή (4 χλμ. Β των Καλαβρύτων) πυρπολήθηκαν. Η ομάδα Gnass συνεχίζει τον αποκλεισμό στη γραμμή Τριποτάμων – Δίβρης. Ο Διοικητής Μεραρχίας [von Karl Le Suire], από τις 9.-11.12 στην περιοχή επιχειρήσεων [Μαζέικα], διατάσσει στις 10.12, ώρα 15.30, μετά την άφιξη σε Καλάβρυτα – Μαζέικα – Τριπόταμα: 1.) Για τις 12-13.12 την εκκαθάριση των προσεγγισθεισών περιοχών και πορεία επιστροφής του στρατεύματος με παράλληλη επιβολή αυστηρών αντιποίνων, καθώς και την εξόντωση των κτηνών για να περιοριστεί η διατροφική δυνατότητα των ανταρτών σε περιοχές που ως τώρα τελούσαν υπό την κυριαρχία των συμμοριών. 2.) Ο Ταγματάρχης Ebersberger αναλαμβάνει τη διοίκηση του 749 Jager Retsiment και ηγείται της Επιχειρήσεως «Καλάβρυτα». Η διοίκηση του I/749 Τάγματος Κυνηγών [ανατέθηκε], με επιφύλαξη, στον Υπολοχαγό Juppe. 3.) Οι συμμορίες που πιστεύεται πως βρίσκονται στην περιοχή Πατρών – Καλαβρύτων – Μαζέικων – Αιγίου διέφυγαν, καθώς φαίνεται, προ των δυνάμεων του 749 Jager Retsiment και του ενισχυμένου 116 Αποσπάσματος Αναγνωρίσεως προς νοτιοδυτικά και ανατολικά. 4.) Η επιχείρηση διακόπτεται με την άφιξη στη γραμμή Καλαβρύτων – Τριποτάμων – Μαζέικων και στις 13.12 αρχίζει η επιστροφή στις βάσεις. 5.) Έως την απομάκρυνση θα γίνει επίσης εκκαθάριση: α. Από το Λόχο Juppe της περιοχής Βισοκάς – Κερπινής – Άνω Σουδενών – Καλαβρύτων. β. Από την Α.Α. 116 μάχιμη μονάδα Αναγνωρίσεων της περιοχής Τριποτάμων – Μορόχοβας – Δερβενίου – Καλυβίων - Παραλογγών – Βερσιτσίου. γ. Από τη Μηχανοκίνητη Ομάδα Nordmann της περιοχής Δίβρης – Τσιπιανών – Κέρτιζας – Καλυβίων. δ. Από την ομάδα Kockert της περιοχής Μαζέικων – Κρινοφύτων – Βάλτου – Μαζίου. ε. Από το 14/999 Λόχο Πεζικού Φρουράς της περιοχής Δούκα – Νεμούτας – Δάρδιζας – Χάνια [Πανόπουλου] μέχρι την αποχώρηση στις 12.12. 6.) Η Ορεινή Ομάδα Lange επιστρέφει ήδη στις 12.12 στις βάσεις από τη συντομότερη οδό. 7.) Ως αντίποινα για τα δολοφονηθέντα μέλη των 1/749 και 5/749 Λόχων Κυνηγών πρέπει να ισοπεδωθούν οι περιοχές Μαζέικα και Καλάβρυτα. Να ισοπεδωθούν επίσης στις ερευνηθείσες περιοχές οι τόποι, στους οποίους οχ συμμορίες αποδεδειγμένα βρήκαν καταφύγιο η κατά τη διεξαγωγή της έρευνας προβλήθηκε αντίσταση και βρέθηκαν όπλα η πολεμοφόδια. Όλα τα κτήνη των ερευνηθεισών περιοχών, καθώς και εκείνα που θα βρεθούν κατά το δρομολόγιο της επιστροφής να μεταφερθούν από το στράτευμα στις βάσεις. Επιχείρηση “Stiglitz” Η βόρεια ομάδα του Αποσπάσματος Glitz έφθασε στη Μοσιά (3 χλμ. ΒΔ της Καστανιάς) και η νότια ομάδα στο Μάτι (3χλμ. ΝΔ της Καστανιάς). Επιχείρηση «Άρνα» Το 1/737 Τάγμα Κυνηγών συνεπλάκη με συμμορίες στην Πέτρινα. Καμία απώλεια. Δύο νεκροί του εχθρού. Η Άρνα κατελήφθη με έφοδο στις 0700, ο πληθυσμός είχε διαφύγει. Στις 1700 προσεγγίσθηκε η Κουρτσούνα με ασθενή ανταλλαγή πυρών. Επιχείρηση “Walfisch” Έναρξη της εκκαθαριστικής επιχειρήσεως στην περιοχή Παλαιάς και Νέας Επιδαύρου μέσω του ενισχυμένου 11/109 Τάγματος Αναγνωρίσεως. Η επιχείρηση προχωρεί σύμφωνα με το σχέδιο. Εκατό κρατούμενοι Ιταλοί μεταφέρθηκαν με πλοίο από την Πάτρα στον Πειραιά. 10.12.1943 [ΕΚΘΕΣΗ Νο 2 ΜΑΧΙΜΗΣ ΟΜΑΔΑΣ GNASS Α.Α. 116 Μάχιμη Μονάδα Αναγνωρίσεων Τμήμα Ic, Αριθ. 609/1943, 15.12.1943] Στις 09:00 η μηχανοκίνητη εμπροσθοφυλακή της Α.Α. 116 Μάχιμης Μονάδας Αναγνωρίσεων Wölfinger προήλασε προς Δίβρη. Μετά την άφιξη, τα τοποθετημένα στη Δίβρη τμήματα του Τμήματος Αναγνωρίσεως διετάχθησαν να μεταβούν στη Μοστενίτσα, για να διενεργήσουν εκεί αποκλεισμό προς Βορρά. Κατά τη διάρκεια της ημέρας σύσσωμη η Πεδινή Ομάδα της Α.Α. 116 Μάχιμης Μονάδας Αναγνωρίσεων Wölfinger προήλασε προς Δίβρη. Λήψη επαφής με την Ορεινή Ομάδα Lange στις 18:00. Κανένα ιδιαίτερο συμβάν. Ομάδα προελάσεως Kockert: ημέρα αναπαύσεως, παραμονή στα Μαζέικα. 11.12.1943 Καλάβρυτα Ο Πλωτάρχης Γιέρχαντ Γκρόμαν, ο Ταγματάρχης Βέμπερ και ο υπαξιωματικός Ντόνερτ (Τέρνερ) των SD Πελοποννήσου, διενεργούν σχετική ανάκριση για τις συνθήκες αιχμαλωσίας και εκτέλεσης των Γερμανών αιχμαλώτων, Ανακρίνονται οι Χρήστος Παπανδρέου, Αναστάσιος Κατσίνης, Παναγιώτης Χάμψας, Ντίνος Καλοβρεντής, Αλέκος Καλοβρεντής, Αδαμαντία Αγρίου, Θεόδωρος Παπαβασιλείου, Δημήτριος Σαμσαρέλος, Δωρόθεος Παπαδημητρίου, Αναστάσιος Οικονόμου, Τάκης Σπηλιόπουλος και Παναγιώτης Νικολαΐδης. Από τα στοιχεία του φακέλου της ανάκρισης ο οποίος τηρείται στα Γερμανικά Αρχεία και αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε από την Γερμανική κυβέρνηση στο δικαστήριο της Χάγης (2011), οι ανακριθέντες αναφέρθηκαν στις ευθύνες του ΕΛΑΣ σχετικά με το θέμα των αιχμαλώτων και συσχέτισαν τα όλα γεγονότα τα οποία διαδραματίστηκαν στην Επαρχία Καλαβρύτων απόρροια της δολοφονίας των τριών Γερμανών αιχμαλώτων στο πηγάδι Ξυδιάς και με την εκτέλεση των 81 Γερμανών αιχμαλώτων στο Μάζι. [Αντίγραφα του ανακριτικού φακέλου βρίσκεται στην κατοχή του Ι.Α.Κ. και θα δημοσιευθεί λίαν προσεχώς στο ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ-NEWS με αποκαλύψεις για τους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας των τριών τραυματιών Γερμανών αιχμαλώτων και την όλη παγίδα που στήθηκε για την περίπτωση των Γερμανών αιχμαλώτων και η οποία απετέλεσε αφορμή και πρόσχημα στην Βέρμαχτ να προβεί στην οργάνωση και εκτέλεση της "Επιχείρησης Καλάβρυτα"] 11.12.1943 [ΕΚΘΕΣΗ Νο 2 ΜΑΧΙΜΗΣ ΟΜΑΔΑΣ GNASS Α.Α. 116 Μάχιμη Μονάδα Αναγνωρίσεων Τμήμα Ic, Αριθ. 609/1943, 15.12.1943] Σύμφωνα με τις διαταγές ανελήφθη επιθετική αναγνώριση στην περιοχή Μο[υ]ρόχοβας - Μονής Παναγίας - Δερβινής - Καλυβίων - Παραλογγών - Δεχουνίου - Βερσιτσίου - Λοπεσίου. Διερευνήθηκαν οι περιοχές Μορόχοβα - Πορετζό - Μονή Παναγίας - Παραλογγοί. Συγκεντρώθηκαν περίπου 100 αμνοί και μερικοί βόες και μεταφέρονται στη βάση. Οι οικίες στις οποίες βρέθηκαν όπλα και πολεμοφόδια καταστράφηκαν ολοσχερώς. Ο οικισμός Μορόχοβα πυρπολήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του. Η 1η Ίλη, που ενήργησε την αναγνώριση, παρέμεινε τη νύκτα της 11 προς 12.12.43 στα υψώματα της Δερβινής. Η 2η Ίλη επέστρεψε το βράδυ από τους Παραλογγούς στα Τριπόταμα. Κατά τα άλλα κανένα ιδιαίτερο συμβάν. 9.12.1943 Επιχείρηση «Καλάβρυτα» [από Έκθεση Πεπραγμένων της 117 Jager Division από 1ης Δεκεμβρίου έως 15 Δεκεμβρίου ] Άφιξη της μάχιμης ομάδας Wölfinger στις 9.12 με την Πεδινή Ομάδα στη Βισοκά και στα Καλάβρυτα χωρίς να έλθει σε επαφή με τον εχθρό. Η Ορεινή Ομάδα από Λαπαναγούς μέσω Άνω Βλασίας προς Τριπόταμα. Άφιξη της μάχιμης ομάδας Ebersberger στο Βραχνί και στο Σούβαρδο ανατολικά των Καλαβρύτων. Η ομάδα Gnass με μάχιμα τμήματα, χωρίς να έλθει σε επαφή με τον εχθρό στα Τριπόταμα, διενεργεί αποκλεισμό της Δίβρης. Η Ομάδα Kockert επέστρεψε στα Μαζέικα από την επιχείρηση αναζητήσεως των εκτελεσθέντων αιχμαλώτων, χωρίς αποτέλεσμα. Δύο διασωθέντες τραυματίες που συνάντησαν τη μάχιμη μονάδα επιβεβαίωσαν την εκτέλεση των Γερμανών στρατιωτών. Επιχείρηση “Büffel”: Ο ενισχυμένος Λόχος του 965 Τάγματος Πεζικού Φρουράς, κατά την προέλαση από τον Πύργο προς Λάλα, εβλήθη στον Μάγειρα από τα περικείμενα υψώματα. Ο εχθρός τράπηκε σε φυγή, μετά από συμπλοκή σύντομης διάρκειας. Ο Λόχος έφθασε στον Λάλα στις 15.00. 12.12.1943 Επιχείρηση «Καλάβρυτα» [από Έκθεση Πεπραγμένων της 117 Jager Division από 1ης Δεκεμβρίου έως 15 Δεκεμβρίου ] Επιστροφή της ομάδας Wölfinger με τα μηχανοκίνητα τμήματα στην Πάτρα. Η Ορεινή Ομάδα μετέβη από τα Καλύβια στην Άνω Βλασία. Η ομάδα Gnass εντόπισε τον τόπο εκτελέσεως του Λόχου 5/749 Jager Retsiment. Ανασύρθηκαν μερικά πτώματα. Δύο ενισχυμένοι Λόχοι της ομάδας Gnass (Ομάδα Kockert) προς υποβοήθηση της Επιχειρήσεως “Stiglitz” ανέλαβαν δράση στον Φονιά (10 χλμ. ΒΔ της Καστανιάς) και ξεκίνησαν στις 02.30 της 13.12. Επιχείρηση “Buffel” Δύο αποσπάσματα του ενισχυμένου ΙΙΙ/22 Τάγματος Αεροπορικών Καταδρομών και η Ομάδα Kockert με αποστολή την κύκλωση των ισχυρών συμμοριτικών δυνάμεων που εντοπίστηκαν στο δυτικό άκρο της κοιλάδας του Φενεού. Επιχείρηση «Άρνα» Ολοκληρώθηκε χωρίς συμβάντα. Επιχείρηση “Walfisch” Καμία επαφή με τον εχθρό. Το στράτευμα επέστρεψε στις βάσεις. Το σχολείο εκ του σύνεγγυς μάχης Τεθωρακισμένων στο 2β.17 Λόχο Μηχανικού στο Χιλιομόδι ολοκληρώθηκε. 12.12.1943 [ΕΚΘΕΣΗ Νο 2 ΜΑΧΙΜΗΣ ΟΜΑΔΑΣ GNASS Α.Α. 116 Μάχιμη Μονάδα Αναγνωρίσεων Τμήμα Ic, Αριθ. 609/1943, 15.12.1943] Σε συνέχεια της αναγνωρίσεως και διερευνήσεως στην καθορισμένη περιοχή υπό τις δυσχερέστατες συνθήκες (έδαφος και καιρός) διερευνήθηκαν οι περιοχές Καλύβια και Νουσά. Συγκεντρώθηκαν και άλλες αγέλες κτηνών (περίπου 300 πρόβατα και κατσίκες). Το χωριό Δερβινή καταστράφηκε ολοσχερώς. Τη νύκτα η ίλη που επιχειρούσε εκεί επέστρεψε στα Τριπόταμα. Η 2η Ίλη διερεύνησε τις περιοχές Δεχούνι, Βερσίτσι και Λόπεσι. Μεμονωμένα οικήματα, στα οποία βρέθηκαν πολεμοφόδια κ.ά., καταστράφηκαν ολοσχερώς. Στις 1600 έφθασε διαταγή για νέα αποστολή της Ομάδος Προελάσεως Kockert. Ο Σταθμός Διοικήσεως του αποσπάσματος ορίστηκε ακολούθως στα Μαζέικα. Η γέφυρα του ποταμού Αροάνιου επισκευάσθηκε αμέσως μετά την άφιξη στα Μαζέικα. Στις 2000 το Κλιμάκιο Διοικητικής Μερίμνης του Τμήματος Αναγνωρίσεως προήλασε με οχήματα προς Τρίπολη για να μεταφέρει ήδη τη νύκτα τροφή για την Ομάδα Προελάσεως Kockert. Λόγω της ισχυρής βροχής οι βελτιώσεις στην οδό Μαζέικων ως τη συμβολή των οδών Βυτίνας - Λεβιδίου είχαν εκ νέου υποστεί ζημιές και έπρεπε εν μέρει να επιδιορθωθούν και πάλι. Επιπλέον, η οδός ήταν κατά τόπους λασπώδης, ώστε το Κλιμάκιο Διοικητικής Μερίμνης δεν επέστρεψε στα Μαζέικα στις 13.12.43 στις 0400 ή 0500, όπως αναμενόταν, αλλά μόλις στις 0900. Η Ομάδα Προελάσεως Kockert διενήργησε με έναν λόχο την ανάσυρση των νεκρών που είχαν εν τω μεταξύ βρεθεί. Υπό δυσχερέστατες συνθήκες ανευρέθησαν 70 νεκροί, μεταξύ των οποίων ο Λοχαγός Schober, που αναγνωρίστηκε από τον Λοχία του Λόχου και ετάφη. Καθώς σύμφωνα με την επιστολή του Λοχαγού Schober οι αιχμάλωτοι ήταν 78, η αναζήτηση συνεχίσθηκε για τους 5 νεκρούς που έλειπαν. Η αναζήτηση δεν είχε όμως επιτυχία. Στις 2000 ο Λοχαγός Kockert επέστρεψε στα Μαζέικα μαζί με το λόχο που είχε διενεργήσει την αναζήτηση. Ο Λόχος Met διεξήγαγε εν τω μεταξύ την έρευνα στις περιοχές Τουρλάδα, Βάλτος, Άγιος Νικόλαος, Άρμπουνας, Καλύβια και Πλανητέρο. Οι περιοχές Βάλτος, Πλανερού και Καλύβια καταστράφηκαν ολοσχερώς. Στην περιοχή της επιχειρήσεως τυφεκίσθηκαν 11 Έλληνες. 12.12.1943 ΚΑΛΆΒΡΥΤΑ Μετά το πέρας των ανακρίσεων για τις συνθήκες δοολοφονίας των τριών γερμανών αιχμαλώτων στο πηγάδι Ξυδιάς και γενικά για την αιχμαλωσία των Γερμανών, ο Πτέραρχος Γκρόμαν και η ομάδα Βέμπερ και Ντόνερ, ζητούν την εκταφή των τριών Γερμανών που έχουν ταφή στο νεκροταφείο Καλαβρύτων και τη διενέργεια νεκροψίας από δυο Γερμανούς ιατρούς τον Αρχίατρο Frang Miller και Alois Wiuppe και τους Καλαβρυτινούς ιατρούς Παναγιώτη Χάμψα και Ντίνο Καλογρεντή. Η εκταφή και η νεκροψία πραγματοποιήθηκε και συντάχθηκε σχετική έκθεση νεκροψίας στην οποία διαπιστώνετε οτι ο θάνατος τους προήλθε από ασφηξία και από τραυματισμό από μαχαίρι. [Σχετική έκθεση νεκροψίας κατατέθηκε στο δικαστήριο της Χάγης μαζί με το βιβλίο του Μάγερ και τηρείτε στα γερμανικά αρχεία, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στο αρχείο Ι.Α.Κ. και η οποία θα δημοσιευθεί προσεχώς στο ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ-NEWS καθώς και τα ονόματα των ηθικών και φυσικών αυτουργών της δολοφονίας την οποίαν η προπαγάνδα και άλλοι λόγοι φρόντισαν να την φορτώσει στον γιατρό Ανδρέα Παυλόπουλο ο οποίος ουδεμία σχέση όπως προκύπτει δεν είχε με συγκεκριμένη πράξη] Οι συνθήκες και οι φρικιαστικές λεπτομέρειες αναφέρονται σε σχετική βιβνλιογραφία. Ο τελικός απολογισμός του απαίσιου αυτού εγκλήματος καταχωρείται στο ραδιογράφημα της Βέρμαχτ (117 Jager Division) που έχουν δημοσιεύσει. Διαβάστε ΕΔΩ: http://www.kalavrytanews.com/2013/07/unternehmen-kalawryta_3.html 13.12.1943 Επιχείρηση «Καλάβρυτα» [από Έκθεση Πεπραγμένων της 117 Jager Division από 1ης Δεκεμβρίου έως 15 Δεκεμβρίου ] Επιστροφή της Πεδινής Ομάδας Wolfinger στη Βισοκά-Καλάβρυτα χωρίς να έλθει σε επαφή με τον εχθρό. Οι περιοχές που διερευνήθηκαν εκκενώθηκαν από τον άμαχο πληθυσμό. Τα Καλάβρυτα καταστράφηκαν ολοσχερώς ως καταφύγιο συμμοριών και χώρος συγκεντρώσεως Γερμανών αιχμαλώτων. Τυφεκίσθηκαν 511 άνδρες κάτοικοι. Η ομάδα Gnass ανέσυρε υπό δυσχερέστατες συνθήκες 70 πτώματα των εκτελεσθέντων Γερμανών στρατιωτών. Δεν διαπιστώθηκε η τύχη τριών Γερμανών αιχμαλώτων, οι οποίοι πιθανόν επίσης εκτελέσθηκαν και ρίχθηκαν στο φαράγγι του χειμάρρου. kalavrytanews.com Αιωνία αυτών η Μνήμη... Κάθε χρόνο παραμονή της 13ης Δεκεμβρίου στον Λόφο του Καππή γίνεται απλό Τρισάγιο από τις οικογένειες των Θυμάτων του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος .. είναι στιγμές που βλέπεις και αισθάνεσαι την έλλειψη των Πατεράδων, των αδελφών, των Παππούδων, των Συμπατριωτών μας. Αιωνία τους η Μνήμη, Ειρήνη σε όλων των κόσμο, Ποτέ ξανά Πόλεμοι... Αλέξης Λεχουρίτης kalavrytanews.com 2 Quote moments ...Have a nice day before a bastard comes and fucks it up... Λίζα...θα'ρθείς...θα κάνουμε μπανάνα...?! Share this post Link to post Share on other sites
over-poulover 7,010 Report post Posted December 13, 2013 70 Χρόνια από το Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα - Το πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Δήμος Καλαβρύτων, με ιδιαίτερη συγκίνηση, αποτίοντας φόρο τιμής, στους άδικα εκτελεσθέντες Καλαβρυτινούς, από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, το Δεκέμβρη του 1943, με αποκορύφωμα το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, της 13-12-1943 και με σεβασμό στη μνήμη τους, τιμώντας την εφετινή επέτειο των 70 χρόνων από την αποφράδα εκείνη μέρα, παραδίδει, σήμερα, στη δημοσιότητα, ένα συλλεκτικό, επετειακό και καλαίσθητο λεύκωμα για τα «70 χρόνια από το Ολοκαύτωμα», που περιέχει χαρακτικές δημιουργίες επώνυμων και ανώνυμων δημιουργών, εμπνευσμένες από το Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα, όπως, του Σπύρου Βασιλείου, του Γιώργου Βελισσαρίδη, του Τάσσου, του Τάκη Μάρθα, του Ρουσσέτου Παναγιωτάκη και πολλών άλλων, καθώς και το αναλυτικό πρόγραμμα των εκδηλώσεων μνήμης, που κορυφώνονται την Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου, με το παλαϊκό μνημόσυνο στα Καλάβρυτα, με την παρουσία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Ελλάδος κ.κ. Ιερωνύμου και πολλών άλλων επισήμων. Με κεντρικό σύνθημα «να κλείσει το τραύμα, αλλά να μη σβήσει η μνήμη», ο Δήμαρχος Καλαβρύτων, κ. Γιώργος Λαζουράς, στο σύντομο πρόλογό του, στο επετειακό λεύκωμα, αναφέρει επί λέξει: «Συμπληρώνονται, φέτος, 70 χρόνια από τη μοιραία, 13η Δεκεμβρίου του 1943, ημερομηνία που σφράγισε, ανεξίτηλα, τα Καλάβρυτα και που προσδιόρισε έκτοτε το χαρακτήρα, τη φυσιογνωμία, ακόμα και το ψυχισμό των Καλαβρύτων και των Καλαβρυτινών. Υπάρχουν θηριωδίες, που είναι αδύνατο, να παραδοθούν στη λήθη. Τα Καλάβρυτα, γνώρισαν και υπέστησαν το απόλυτο κακό, στην πιο ακραία εκδοχή του. Η ομαδική δολοφονία των ανδρών κατοίκων του από τον τακτικό γερμανικό στρατό κατοχής (τη βέρμαχτ), θα στοιχειώνει, για πάντα, θύματα και θύτες και θα καλεί, όλους και όλες, σε στοχασμούς και αναστοχασμούς, πάνω στη φύση και στα δεινά, που προκαλούν, ο φασισμός, ο ναζισμός και τα ολοκαυτώματα. Ο Δήμος Καλαβρύτων, αντιλαμβάνεται, διαχρονικά, το ρόλο του, ως θεματοφύλακας για τη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης του τόπου. Πρόκειται για μια κορυφαία ευθύνη που την αποδεχόμαστε όλοι, με τιμή και πλήρη συνείδηση των υποχρεώσεών μας. Είναι η υποχρέωση, απέναντι στους νεκρούς, απέναντι στους ζωντανούς, απέναντι στον τόπο και τους ανθρώπους του. Η υποχρέωση, απέναντι στη μνήμη και ενάντια στη λήθη, απέναντι στην ίδια τη ζωή. Σήμερα, με απόλυτο σεβασμό στη μνήμη και στη θυσία των άδικα εκτελεσθέντων συμπολιτών μας, διατηρούμε ζωντανή τη μνήμη τους και εμπνεόμαστε από τα μηνύματα της θυσίας τους που είναι “καταδίκη του ναζισμού και του κάθε μορφής ολοκληρωτισμού”, “ποτέ πια πόλεμος”, “ειρήνη”, “φιλία, συνεργασία και συναδέλφωση των λαών”. kalavrytanews.com Quote moments ...Have a nice day before a bastard comes and fucks it up... Λίζα...θα'ρθείς...θα κάνουμε μπανάνα...?! Share this post Link to post Share on other sites
ALCATRAZ 6,828 Report post Posted June 10, 2019 (edited) Σήμερα είναι η ημέρα μνήμης της καταστροφής του Διστόμου. Της ναζιστικής θηριωδίας, αντίστοιχης αυτής των Καλαβρύτων και, δυστυχώς, όχι μόνο αυτών των τόπων.Υποχρεώση μας να μην ξεχνάμε αυτά τα γεγονότα.Για όσους αντέχουν τα στομάχιαhttps://www.youtube.com/watch?v=nIpKInee-z0 http://www.youtube.com/watch?v=Yxmh_7LG-og Edited June 11, 2019 by ALCATRAZ 5 Quote «EIMAI ΓIA TA ΣIΔEPA» Share this post Link to post Share on other sites
panchristo 6,271 Report post Posted June 10, 2019 Να προσθέσω κάτι ακόμα αλήστου μνήμης στα παραπάνω; Η έστω κα μια καταμετρημένη ψήφος Χ.Α. στα εν λόγω εκλογικά τμήματα... 1 Quote "Ω ξειν', αγγέλειν ότι τήδε κείμεθα της χιονοδρομίας πειθόμενοι" Austrian Level 2 Ski Instructor Share this post Link to post Share on other sites
Χρήστος Λάππας 25,411 Report post Posted June 11, 2019 Θερμή παράκληση να μην πιάσουμε τα πολιτικά. 1 Quote Make Parnassos Great Again! Share this post Link to post Share on other sites